
Sign up to save your podcasts
Or


Based on Podcast App listening data
«Πολύ συχνά το κράτος είναι εχθρός του πολίτη. Σπάνια είναι πραγματικός φίλος του». Ο Πάνος Λαζαράτος έχει περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του απέναντι από το κράτος, όπως λέει, προσπαθώντας να βοηθήσει «τον πολίτη να αντέξει τον παραλογισμό». Καθηγητής Διοικητικού Δικαίου στο ΕΚΠΑ και δικηγόρος με περισσότερες από χίλιες δίκες τον χρόνο, έχει βρεθεί στο επίκεντρο μερικών από τις πιο ηχηρές δικαστικές μάχες των τελευταίων ετών. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει την αδειοδότηση των τηλεοπτικών καναλιών το 2017, μια υπόθεση που χαρακτηρίζει «μεγάλη» και «αρκετά σκοτεινή». Όπως περιγράφει, η μάχη δεν δόθηκε μόνο στις δικαστικές αίθουσες. «Μπόρεσα και πήρα το υλικό από τις κάμερες» και η δημοσιοποίησή του, σύμφωνα με τον ίδιο, συνέβαλε στην ακύρωση του διαγωνισμού από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Μάλιστα, η πεποίθησή του είναι ξεκάθαρη: «Δεν ήταν πραγματικός διαγωνισμός. Ήταν διαγωνισμός για τα μάτια του κόσμου».
Από εκεί και πέρα, η συζήτηση ανοίγει σε ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν οι πολίτες παύουν να εμπιστεύονται τους θεσμούς; Ο Π. Λαζαράτος μιλά για «αυξημένη κρίση» του κράτους δικαίου, μια κρίση «πολυεπίπεδη» που μπορεί να έρχεται «από την τεχνητή νοημοσύνη και το Facebook μέχρι τα πεζοδρόμια και την κακή λειτουργία των θεσμών».
Όταν τον ρωτάμε τι θα άλλαζε στο ελληνικό κράτος, αν είχε ένα μαγικό ραβδί, η απάντησή του είναι άμεση: «Θα ήθελα την απόλυτα ανεξάρτητη Δικαιοσύνη».
Η κουβέντα φτάνει στην τεχνητή νοημοσύνη, οπότε η προειδοποίησή του γίνεται ακόμα πιο προσωπική: «Τους εαυτούς μας έχουμε να φοβόμαστε». Μιλά για την εξουσία, τις δικαστικές διαμάχες, την αδιαφορία των πολιτών και τον «φόβο μη μπλέξεις», αλλά και για την καλλιτεχνική του πλευρά, το θέατρο και το τραγούδι. Και κάπου εκεί η συζήτηση μετακινείται από τις αίθουσες των δικαστηρίων σε κάτι πολύ πιο εσωτερικό: την αυτογνωσία. «Βρες πέντε λεπτά μέσα στην ημέρα, πήγαινε σε ένα δωμάτιο και μην κάνεις τίποτα. Τίποτα συνειδητά. Κοίτα το κενό».
«Η επικοινωνία είναι να μπορείς να συναντήσεις το βλέμμα του άλλου». Σε μια εποχή όπου έχουμε περισσότερους followers, περισσότερα reactions και περισσότερες ψηφιακές «συνδέσεις» από ποτέ, η Μπέττυ Τσακαρέστου επιμένει σε κάτι πολύ πιο απλό και ταυτόχρονα πολύ πιο δύσκολο: στην αναζήτηση ενός βλέμματος ενδιαφέροντος και αποδοχής. Μπορεί αυτό να είναι ένα νεύμα, ένα reaction στην οθόνη, μια πραγματική συνάντηση. Το ερώτημα είναι αν, μέσα στον θόρυβο της υπερπληροφόρησης, μπορούμε ακόμα να συναντήσουμε πραγματικά ο ένας τον άλλον.
Για την ίδια, το μεγάλο πρόβλημα της εποχής δεν είναι μόνο η παραπληροφόρηση αλλά και η ίδια προκατάληψή μας: «Οι περισσότεροι δεν αναζητούν απαραίτητα την αλήθεια. Ψάχνουν κυρίως πληροφορίες που ταιριάζουν στις δικές τους έτοιμες σκέψεις και ιδέες». Την ίδια στιγμή, η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι απλώς ένα ακόμη εργαλείο· αποτελεί «μια καινούργια ψηφιακή αρχιτεκτονική» που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται η κοινωνία και η σκέψη. Μπροστά σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ο φόβος ή η απαγόρευση αλλά η γνώση, η εκπαίδευση, η ενεργή συμμετοχή των πολιτών.
Και ίσως, τελικά, το πιο δύσκολο ζητούμενο να είναι η εμπιστοσύνη. Η ικανότητα «να αντέξω τη συνύπαρξη», να μοιραστώ ιδέες, να συνεργαστώ, να εμπιστευτώ ξανά τους ανθρώπους και τους θεσμούς. Σε έναν κόσμο που απαιτεί διαρκώς νέες δεξιότητες, η ίδια ξεχωρίζει την κρίση, την περιέργεια, την ικανότητα να θέτουμε ερωτήματα, την ενσυναίσθηση και μια «αναγεννησιακή αντίληψη γύρω από τη γνώση». Και όταν έρχεται η στιγμή να μιλήσει για το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή, η απάντησή της είναι απλή και απόλυτη: «Να παραμένεις ακέραιος, ό,τι κι αν συμβαίνει».
Υπάρχουν καλοκαιρινές νύχτες που, αν σηκώσεις το βλέμμα ψηλά, ο ουρανός μοιάζει ξαφνικά πιο κοντά. Τα αστέρια φαίνονται καθαρότερα, ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνει και για λίγες στιγμές θυμόμαστε κάτι που η καθημερινότητα μάς κάνει να ξεχνάμε: ότι υπάρχουμε πάνω σε έναν μικρό πλανήτη, μέσα σε ένα αχανές Σύμπαν που γεννήθηκε πριν από δισεκατομμύρια χρόνια και συνεχίζει να θέτει ερωτήματα.
«Τα αστέρια που βλέπουμε δεν υπάρχουν αυτήν τη στιγμή που μιλάμε». Για την αστροφυσικό και υπεύθυνη Επικοινωνίας της Επιστήμης στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, Φιόρη-Αναστασία Μεταλληνού, ο ουρανός είναι «ένας χάρτης χρονολογικός». Κοιτάζοντάς τον, όπως λέει, οι αστρονόμοι γίνονται κατά κάποιον τρόπο «οι αρχαιολόγοι του Σύμπαντος», αφού όσο πιο μακριά κοιτούν τόσο πιο πίσω στον χρόνο ταξιδεύουν. Την ίδια στιγμή, όταν μιλά για την Αστροφυσική, επισημαίνει ότι κυριολεκτικά είμαστε «φτιαγμένοι από αστρόσκονη», ενώ τα στοιχεία που αποτελούν το σώμα μας γεννήθηκαν κάποτε στο εσωτερικό των άστρων.
Η ίδια θυμάται ακόμη την εικόνα του έναστρου ουρανού που αντίκρισε παιδί, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, και ένιωσε πως «κολυμπούσε μέσα στα αστέρια». Σήμερα, παρατηρώντας το Σύμπαν, μιλά για το μεγαλύτερο μυστήριό του, την αναζήτηση άλλων κόσμων και ζωής, αλλά και για κάτι ίσως ακόμη πιο δύσκολο: το πώς η γνώση του μπορεί να μας κάνει να δούμε διαφορετικά τον ίδιο μας τον εαυτό και τον πλανήτη που κατοικούμε. Γιατί, όπως λέει, «το μεγαλείο της επιστήμης ουσιαστικά αποκαλύπτει τη μικρότητα τη δική μας» και ίσως αυτή η συνειδητοποίηση να είναι ένας τρόπος να γίνουμε «πιο συνειδητοί πολίτες» και, τελικά, καλύτεροι άνθρωποι.
Ζούμε σε μια εποχή όπου είμαστε πιο συνδεδεμένοι από ποτέ, αλλά πολλές φορές νιώθουμε και πιο μόνοι από ποτέ. Μια εποχή υπερ-επικοινωνίας, όπου τα μηνύματα δεν σταματούν ποτέ, οι ειδοποιήσεις διεκδικούν συνεχώς την προσοχή μας και οι οθόνες έχουν γίνει ο μόνιμος συνοδοιπόρος της καθημερινότητάς μας.
Σε αυτό το επεισόδιο φιλοξενούμε τον Πέτρο Ρούσσο, έναν από τους σημαντικότερους ερευνητές της Κυβερνοψυχολογίας στην Ελλάδα, και συζητάμε διεξοδικά τη σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «είμαστε συνδεδεμένοι, αλλά δεν υπάρχει ανθρώπινη επαφή». Μέσα από αυτήν τη φράση ξεδιπλώνεται ουσιαστικά το μεγαλύτερο παράδοξο της εποχής μας: η τεχνολογία μάς φέρνει πιο κοντά, αλλά δεν εγγυάται την ουσιαστική σύνδεση. Ανάμεσα στα πιο ενδιαφέροντα σημεία της συζήτησης είναι η έννοια της βαρεμάρας. Όπως εξηγεί, οι προηγούμενες γενιές μάθαιναν να συνυπάρχουν με αυτήν, να τη μετατρέπουν σε δημιουργικότητα, σκέψη και φαντασία. Σήμερα, όμως, έχουμε εκπαιδευτεί διαφορετικά. «Όταν βαριόμαστε, έχουμε μάθει να κοιτάμε μια οθόνη», λέει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας μια συνήθεια που ξεκινά από την παιδική ηλικία και μας ακολουθεί σε όλη μας τη ζωή.
Στη συζήτηση αυτή εξηγεί πώς οι ψηφιακές τεχνολογίες επηρεάζουν τη μνήμη, την προσοχή και τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Γιατί πλέον δεν θυμόμαστε απαραίτητα την πληροφορία, αλλά θυμόμαστε πού θα τη βρούμε. Γιατί η προσοχή μας δεν έγινε απλώς πιο αδύναμη· πλέον είναι κατακερματισμένη. Και γιατί οι αλγόριθμοι, συχνά αθόρυβα, διαμορφώνουν τις πεποιθήσεις, τις επιλογές και τελικά την εικόνα που έχουμε για τον κόσμο. Μιλάμε ακόμη για τους γονείς που μεγαλώνουν παιδιά σε έναν κόσμο που οι ίδιοι, ως παιδιά, δεν γνώρισαν ποτέ. Για τα όρια, τις σχέσεις, τη μοναξιά, αλλά και για τις ευκαιρίες που προσφέρει η τεχνολογία όταν χρησιμοποιείται με γνώση και υπευθυνότητα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Ο καθηγητής Πέτρος Ρούσσος δεν κρύβει τον θαυμασμό του για τις δυνατότητές της, αλλά ταυτόχρονα εκφράζει έντονο προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο αρχίζουμε να της αναθέτουμε όλο και περισσότερες αποφάσεις της καθημερινότητάς μας. Όπως λέει, «άλλο πράγμα να έχεις την τεχνητή νοημοσύνη βοηθό σου και άλλο να της παραδώσεις την ευθύνη σου».
Τι σημαίνει πραγματικά η λέξη «Δύση»; Είναι ένας γεωγραφικός όρος ή μια πολιτική έννοια που αλλάζει ανάλογα με την εποχή; Σε μια περίοδο κατά την οποία η «Δύση» βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων, των πολέμων, της οικονομίας και των ιδεολογικών συγκρούσεων, η ανάγκη να κατανοήσουμε την ιστορική της διαδρομή γίνεται πιο επίκαιρη από ποτέ.
Στο νέο επεισόδιο του podcast φιλοξενούμε τον Γιώργο Βαρουξάκη, έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους ιστορικούς, καθηγητή στο Queen Mary University of London, με σπουδές στην Αθήνα και μακρά ακαδημαϊκή πορεία στη Βρετανία. Με αφορμή το έργο και την έρευνά του γύρω από την ιστορία της έννοιας της «Δύσης», συζητάμε το πώς δημιουργήθηκε αυτός ο όρος, ποιοι τον διαμόρφωσαν, ποιους περιέλαβε και ποιους απέκλεισε αλλά και γιατί σήμερα χρησιμοποιείται τόσο συχνά χωρίς να είναι πάντα σαφές τι περιγράφει.
Η συζήτηση, όμως, δεν μένει μόνο στην Ιστορία. Περνά στη σύγχρονη Ελλάδα, στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι άνθρωποι, στην αναζήτηση ευκαιριών στο εξωτερικό, στο brain drain αλλά και στο τι σημαίνει, τελικά, προσωπική επιτυχία σε μια εποχή αβεβαιότητας. Μιλάμε για ταυτότητα, φιλοδοξία, παιδεία, κοινωνική κινητικότητα και για το πώς ένας νέος άνθρωπος μπορεί να χαράξει τη δική του πορεία, είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό.
Σε μια εποχή που η καθημερινότητα καθορίζεται από ταχύτητα, πίεση και διαρκή ερεθίσματα, ο χρόνος αναδεικνύεται στο πιο δυσεύρετο και πολύτιμο αγαθό. Ζούμε πραγματικά ή απλώς «τρέχουμε» για να προλάβουμε; Στο σημερινό επεισόδιο της σειράς «Άκου την επιστήμη» ο καρδιολόγος Γιώργος Χαριτάκης εξηγεί πώς η σύγχρονη ζωή έχει εγκλωβίσει τον άνθρωπο σε μια συνεχή κατάσταση επιβίωσης, όπου το άγχος, οι αρνητικές σκέψεις και η έλλειψη εσωτερικής παύσης επηρεάζουν όχι μόνο την ψυχική ισορροπία αλλά και τη σωματική υγεία και κυρίως την καρδιά.
Μέσα από δεκαετίες εμπειρίας ως αναπληρωτής διευθυντής στο Διαγνωστικό Κέντρο της Ολυμπιακής Αεροπορίας και έχοντας υπάρξει επί χρόνια εξεταστής πιλότων, περιγράφει τη βαθιά σύνδεση μεταξύ σώματος και συναισθήματος. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στον ρόλο των συναισθημάτων, τονίζοντας ότι η ευγνωμοσύνη, η αγάπη, η εκτίμηση και η συμπόνια μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα και να συμβάλουν ουσιαστικά στην υγεία.
Την ίδια στιγμή, δεν παραβλέπει τις κοινωνικές ανισότητες και τις δυσκολίες που βιώνουν πολλοί άνθρωποι σήμερα. Αντίθετα, επισημαίνει ότι η ανθεκτικότητα δεν είναι ατομική υπόθεση μόνο αλλά και συλλογική: χτίζεται μέσα από την αλληλεγγύη, την κοινότητα και τη φροντίδα των πιο ευάλωτων. Σε αυτό το πλαίσιο, η υγεία της καρδιάς συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που ζούμε, σκεφτόμαστε και σχετιζόμαστε. Η πρότασή του είναι απλή αλλά ουσιαστική: να μάθουμε να κάνουμε «παύση», να καλλιεργούμε συνειδητά τα θετικά συναισθήματα και να επαναφέρουμε την προσοχή μας στο παρόν. Γιατί, όπως λέει, η ζωή δεν βρίσκεται στο χθες ή στο αύριο αλλά σε αυτό που συμβαίνει τώρα.
Ήταν πράγματι η κατάλληλη στιγμή για να ξεσπάσει ο Αγώνας; Ποια ήταν η λιγότερο φωτισμένη πλευρά του Παπαφλέσσα; Γιατί ο θάνατος του Καραϊσκάκη εξακολουθεί να περιβάλλεται από αμφιβολίες; Τι συνέβη πραγματικά στην Κρήτη; Και ποια ιστορία κρύβεται πίσω από έναν τραγικό έρωτα στα χρόνια της Επανάστασης;
Με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου, ανοίγουμε έναν ουσιαστικό διάλογο για ένα από τα πιο καθοριστικά γεγονότα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, την Επανάσταση του 1821. Σε αυτό το επεισόδιο, ο ιστορικός και συγγραφέας Νίκος Γιαννόπουλος, με αφορμή το βιβλίο του «21 ιστορίες για το 1821», επιχειρεί μια πιο ισορροπημένη και τεκμηριωμένη προσέγγιση του Αγώνα, πέρα από μύθους, απλουστεύσεις και εθνικά στερεότυπα.
Δύο αιώνες μετά, το 1821 εξακολουθεί να μας απασχολεί. Όχι μόνο για το τι συνέβη αλλά και για το πώς το θυμόμαστε, το ερμηνεύουμε και το συζητάμε σήμερα. Ένας Αγώνας γεμάτος αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις, πολιτικές διεργασίες και βαθιά ανθρώπινες ιστορίες, που δεν χωρούν πάντα στις σελίδες των σχολικών βιβλίων.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εμφανίστηκαν ως μια νέα ψηφιακή δημόσια σφαίρα, ένας χώρος όπου ο καθένας θα μπορούσε να συμμετέχει ισότιμα στον δημόσιο διάλογο. Δύο δεκαετίες μετά, όμως, η υπόσχεση αυτή μοιάζει όλο και πιο αμφίβολη. Οι αλγόριθμοι που καθορίζουν τι βλέπουμε, η οικονομία της προσοχής και η υπερπαραγωγή περιεχομένου έχουν μετατρέψει τον ψηφιακό χώρο σε ένα περιβάλλον συνεχούς θορύβου.
Σε αυτό το νέο οικοσύστημα πληροφορίας, η δημόσια συζήτηση διαμορφώνεται συχνά από μηχανισμούς που παραμένουν αόρατοι στους περισσότερους χρήστες: από τον τρόπο που οι πλατφόρμες προωθούν περιεχόμενο μέχρι τις πρακτικές διαχείρισης της παραπληροφόρησης. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο ποιος μιλά στο διαδίκτυο αλλά και ποιος πραγματικά ακούγεται.
Αυτά τα ζητήματα εξετάζει στο βιβλίο του «Social Media – Η ελευθερία να μιλάς χωρίς να ακούγεσαι» ο Κωνσταντίνος Πουλής. Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά για τον ρόλο των αλγορίθμων στη διαμόρφωση της δημόσιας συζήτησης, για τις «σταυροφορίες» κατά της παραπληροφόρησης και για το κατά πόσο το διαδίκτυο μπορεί ακόμα να λειτουργεί ως πραγματικός δημοκρατικός χώρος.
Τα αυτοάνοσα νοσήματα παραμένουν ένα από τα μεγαλύτερα ιατρικά αινίγματα της εποχής μας. Αφορούν εκατομμύρια ανθρώπους, συχνά συνοδεύονται από αβεβαιότητα και φόβο, ενώ γύρω τους αναπτύσσονται μύθοι και επικίνδυνες απλουστεύσεις. «Δεν τρελαίνεται το ανοσολογικό σύστημα», τονίζει κατηγορηματικά ο Χαράλαμπος Μ. Μουτσόπουλος. «Πρόκειται για επέκταση ενός φυσιολογικού φαινομένου, όχι για διαταραχή», προσθέτει.
Ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός, ένας από τους θεμελιωτές της ανοσολογίας στην Ελλάδα και με διεθνή αναγνώριση, μιλά με ειλικρίνεια για τη γενετική προδιάθεση, τον ρόλο του στρες ως εκλυτικού παράγοντα και την ανάγκη να πάψει η ιατρική να βασίζεται σε «μια εξετασούλα χωρίς άνθρωπο». Όπως επισημαίνει: «Δεν μπορείς να μιλάς για αρρώστια χωρίς κλινική εξέταση. Πρώτα βλέπεις τον άρρωστο και μετά τις εξετάσεις, όχι το αντίστροφο».
Σε μια εποχή παραπληροφόρησης, ο κ. Μουτσόπουλος δεν αποφεύγει να μιλήσει σκληρά για τα εμβόλια. Οι ισχυρισμοί που τα συνδέουν με ψυχοκινητικές διαταραχές στα παιδιά είναι, όπως λέει, «μπούρδες». «Ακόμα δεν ξέρουμε την αιτία αυτών των διαταραχών. Το να στερείς όμως από τα παιδιά εμβόλια που προλαμβάνουν νόσους με αναπηρία ή θάνατο, αυτό είναι εγκληματικό».
Στη συζήτηση αγγίζει επίσης την εμπειρία της πανδημίας, τα λάθη στη διαχείρισή της, την κατάσταση του δημόσιου συστήματος υγείας αλλά και τη βαθύτερη κρίση ευθύνης και αξιολόγησης στη χώρα. Χωρίς περιστροφές, ο Χαράλαμπος Μ. Μουτσόπουλος μιλά για την επιστήμη, την ιατρική και την κοινωνία, με μια στάση ζωής που συνοψίζεται στη φράση: «Το σημαντικότερο είναι να λες ελεύθερα τη γνώμη σου και να κάνεις αυτό που αγαπάς».
Η ψυχική υγεία βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Όροι όπως άγχος, κατάθλιψη, burn-out και τραύμα έχουν περάσει στην καθημερινή μας γλώσσα, συχνά όμως χωρίς να συνοδεύονται από πραγματική κατανόηση. Μιλάμε περισσότερο, αλλά ακούμε λιγότερο. Εκφραζόμαστε, αλλά σπάνια σταματάμε για να αφουγκραστούμε τι πραγματικά μας συμβαίνει και τι μας λέει το σώμα μας όταν η ψυχή σιωπά.
Οι γιορτές, μια περίοδος που φέρνει χαρά και σύνδεση, λειτουργούν συχνά ως μεγεθυντικός φακός για τις εσωτερικές μας εντάσεις. Aπώλειες, ανεκπλήρωτες σχέσεις, παιδικές μνήμες και παλιά τραύματα επιστρέφουν, άλλοτε ως συναίσθημα και άλλοτε ως σωματικό σύμπτωμα. Εκεί, στο όριο μεταξύ ψυχικού και σωματικού γεννιούνται κρίσιμα ερωτήματα: πότε η θλίψη γίνεται κατάθλιψη; Πότε ο ψυχικός πόνος μεταφράζεται σε νόσο; Και πώς μπορεί μια κρίση να αποτελέσει αφετηρία για αλλαγή;
Με αφορμή το νέο του βιβλίο «Ο μηχανιστικός άνθρωπος - Σιωπές της ψυχής, ρωγμές του σώματος»(εκδόσεις Παπαδόπουλος) συνομιλούμε με τον ψυχίατρο και ψυχαναλυτή Σάββα Σαββόπουλο για τη βαθιά σχέση ψυχής και σώματος, για το τραύμα που «παγώνει» τον ψυχισμό αλλά και για το τι σημαίνει, τελικά, να είσαι καλά σε έναν κόσμο που δεν σου επιτρέπει εύκολα να σταθείς, να νιώσεις και να ακούσεις τον εαυτό σου.
From the publisher's feed

18 Listeners

4 Listeners

3 Listeners

64 Listeners

18 Listeners

10 Listeners

5 Listeners

34 Listeners

16 Listeners

13 Listeners

2 Listeners

2 Listeners

2 Listeners

2 Listeners

2 Listeners