Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό, σε κάποιο μακρινό βασίλειο, ζούσε μια φτωχή οικογένεια. Είχαν τρείς γιους. Η οικογένεια ζούσε πολύ φτωχικά και με δυσκολία τα έβγαζε πέρα.
Όταν ο μεγάλος γιος έγινε παλικαράκι, είπε στους γονείς του πως ήρθε η ώρα να φύγει από το σπίτι. Ήθελε να πάει σε άλλα μέρη, σε μεγάλες πολιτείες, να ψάξει να βρει καμιά καλή δουλειά. Έτσι θα μπορούσε να βοηθήσει οικονομικά και την οικογένειά του.
Οι γονείς του που τον αγαπούσαν πολύ, δεν ήθελαν να φύγει μακριά ο γιος τους. Τον παρακάλεσαν να μείνει και είπαν πως δεν τους πείραζε να ζουν φτωχικά, φτάνει να είναι όλοι μαζί και να ζουν αγαπημένοι. Το παλληκάρι όμως δεν άλλαζε γνώμη. Ήθελε να δοκιμάσει τον εαυτό του και να γνωρίσει άλλα μέρη.
Έτσι οι γονείς του τον αποχαιρέτησαν με δάκρυα στα μάτια, του έδωσαν την ευχή τους και τον παρακάλεσαν να μην τους ξεχάσει και γρήγορα να τους στείλει τα γράμμα.
Πέρασαν δυο χρόνια και ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Οι γονείς μες στη στεναχώρια, δεν ήξεραν τι να σκεφτούν για την τύχη του γιου τους. Στο μεταξύ μεγάλωσε και ο δεύτερος γιος. Έγινε ωραίο παλικαράκι. Στεναχωριόταν να βλέπει τους γονείς του να θλίβονται έτσι, για την τύχη του αδελφού του.
Μια μέρα τους ανακοίνωσε πως αποφάσισε να φύγει και να πάει να βρει τον αδελφό του. Οι γονείς του ξαφνιάστηκαν όταν το άκουσαν. Δεν ήξεραν τι να του πουν. Από τη μια ήθελαν να μάθουν τι απέγινε ο πρώτος τους γιος, αλλά και από την άλλη φοβούνταν μήπως χάσουν και τον δεύτερο γιο.
Τελικά παρά τα μεγάλα διλήμματά τους, έδωσαν την ευχή τους στον γιο τους και τον παρακάλεσαν σε κάθε χωριό ή πόλη που θα φτάνει, να τους στέλνει γράμμα με τα νέα του.