
Sign up to save your podcasts
Or


Based on Podcast App listening data
Ποια θέση κατέχει ο ναός των Αγίων Αποστόλων του Σολάκη στην ιστορία της βυζαντινής Αθήνας; Τι γνωρίζουμε για τη γειτονιά που αναπτύχθηκε γύρω του; Γιατί οι Άγιοι Απόστολοι διατηρήθηκαν, ενώ άλλα μεταγενέστερα κτίσματα και ναοί της περιοχής δεν σώθηκαν; Πόσο «αυθεντικό» είναι αυτό που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης; Τι μας επιτρέπει ο ναός να καταλάβουμε για τη βυζαντινή και νεότερη Αθήνα, που έχει σε μεγάλο βαθμό χαθεί από το σημερινό τοπίο;
Ποια ήταν η Αθήνα όταν χτίστηκαν οι Άγιοι Απόστολοι, τι γνωρίζουμε για την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική τους; Ο αρχαιολόγος Γιώργος Πάλλης αφηγείται την ιστορία του ναού και, μέσα από αυτήν, φωτίζει τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πόλη που κρύβεται πίσω από την εικόνα της αρχαίας Αθήνας.
Στη νοτιοανατολική γωνία της Αρχαίας Αγοράς, μέσα σε έναν χώρο που σήμερα διαβάζουμε κυρίως μέσα από τα κατάλοιπα της κλασικής Αθήνας, ένας μικρός βυζαντινός ναός, οι Άγιοι Απόστολοι, γνωστός και ως Άγιοι Απόστολοι του Σολάκη, επιβιώνει εδώ και περίπου χίλια χρόνια.
Ο ναός, που χρονολογείται γύρω στον 11ο αιώνα, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα μνημεία της μεσοβυζαντινής Αθήνας. Βρισκόταν στη συνοικία που μέχρι τις ανασκαφές του 20ού αιώνα ήταν γνωστή ως Βρυσάκι, μια πυκνοκατοικημένη γειτονιά που σχεδόν εξαφανίστηκε όταν άρχισε η συστηματική αποκάλυψη της Αρχαίας Αγοράς των Αθηνών.
Με αφετήρια αυτό το μικρό κτίσμα, επιχειρούμε να ανακαλύψουμε μια Αθήνα λιγότερο ορατή σήμερα: τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πόλη, τις γειτονιές και τις εκκλησίες της αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι νεότερες ανασκαφές και αναστηλώσεις διαμόρφωσαν την εικόνα του ιστορικού κέντρου όπως το γνωρίζουμε.
Ο Γιώργος Πάλλης είναι αναπληρωτής καθηγητής Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον για τη μνημειακή τοπογραφία και τη βυζαντινή Αθήνα.
Στο πέρασμα της Κάζας, εκεί όπου ο δρόμος μεταξύ Κιθαιρώνα και Πάστρας συνέδεε επί αιώνες την Αττική με τη Βοιωτία, δεσπόζει ένα από τα καλύτερα διατηρημένα αρχαία φρούρια της Ελλάδας. Το Φρούριο των Ελευθερών, με τα ισχυρά τείχη, τους δώδεκα πύργους και τις επιβλητικές πύλες του, έλεγχε ένα από τα σημαντικότερα περάσματα της αρχαιότητας.
Σήμερα θεωρείται ένα από τα καλύτερα διατηρημένα αρχαία φρούρια στην Ελλάδα. Πώς κατάφερε να διατηρηθεί μέχρι σήμερα σε αυτή την κατάσταση; Ποιοι το έχτισαν και ποιον προστάτευε; Και τι μας αποκαλύπτουν οι οχυρώσεις των Ελευθερών και της Οινόης για τα σύνορα, τους δρόμους και την άμυνα της αρχαίας Αττικής; Τι γνωρίζουμε για τον τρόπο με τον οποίο αμυνόταν η φρουρά του;
Η θέση του βρισκόταν σε μια μεθόριο που άλλαζε συχνά χέρια και ταυτότητα. Οι Ελευθερές εμφανίζονται στις αρχαίες πηγές άλλοτε ως βοιωτικές και άλλοτε ως αττικές, ενώ λίγα χιλιόμετρα ανατολικότερα βρισκόταν η Οινόη, ένας από τους ακραίους δήμους της αρχαίας Αθήνας και ένα ακόμη σημαντικό οχυρό στον δρόμο προς τη Βοιωτία.
Η Ειρήνη Σβανά είναι αρχαιολόγος, πτυχιούχος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με μεταπτυχιακές σπουδές στην Κλασική Αρχαιολογία και στη Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων. Έχει εργαστεί σε ανασκαφές στην Ήπειρο, στις Κυκλάδες και στην Αττική.
Πάμπλουτη, ανεξάρτητη και αινιγματική, η Σοφί ντε Μαρμπουά-Λεμπρέν, γνωστή στην Ελλάδα ως Δούκισσα της Πλακεντίας. Ένθερμη φιλέλλην, έμελλε να γίνει μία από τις πιο παράξενες προσωπικότητες της νεαρής αθηναϊκής κοινωνίας.
Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, Συγκρούστηκε με τον Καποδίστρια, ανέπτυξε φιλανθρωπική και πολιτική δράση και άφησε έντονο αποτύπωμα στο αθηναϊκό και πεντελικό τοπίο μέσα από τις κατοικίες που συνδέθηκαν με το όνομά της. Η ζωή της, όμως, περιβάλλεται και από αντιφάσεις, προσωπικές τραγωδίες, ιδιότυπες θρησκευτικές αντιλήψεις. Μετά τον θάνατο της μοναχοκόρης της, κλείστηκε όλο και περισσότερο στον δικό της κόσμο.
Ήταν πράγματι η εκκεντρική, σχεδόν απόκοσμη γυναίκα που θέλει ο αθηναϊκός θρύλος; Τι συνέβη πραγματικά με τη νεκρή κόρη της; Και πώς μια Ευρωπαία αριστοκράτισσα κατέληξε να αφήσει το όνομά της όχι μόνο σε κτίρια αλλά σε ολόκληρη περιοχή, και σήμερα σε έναν από τους πιο γνωστούς σταθμούς της Αθήνας;
Με αφετηρία τις πηγές, επιχειρούμε να γνωρίσουμε τη γυναίκα πίσω από τον τίτλο και να δούμε ταυτόχρονα την Αθήνα μιας εποχής που άλλαζε ριζικά.
Συζητάμε με την ιστορικό της τέχνης Ελένη Μάργαρη, η οποία έχει μελετήσει συστηματικά τη ζωή και τη δράση της Δούκισσας της Πλακεντίας.
Η Ελένη Μάργαρη είναι ιστορικός της τέχνης και εργάζεται στο Υπουργείο Πολιτισμού, στη Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Έχει δημοσιεύσει μονογραφίες, και επιστημονικές μελέτες με επίκεντρο τη νεότερη ελληνική και ευρωπαϊκή τέχνη. Μεταξύ των μελετών της περιλαμβάνεται και η εκτενής έρευνά της για την Δούκισσα της Πλακεντίας.
Ποιοι παράγοντες συνέβαλαν στην οικονομική και εμπορική ανάπτυξη των Μεγάρων κατά την αρχαϊκή περίοδο; Πώς επηρέασαν οι πόλεμοι και οι πολιτικές συγκρούσεις με την Αθήνα και την Κόρινθο την πορεία των Μεγάρων; Τι μας αποκαλύπτουν τα νεκροταφεία για την αρχαία πόλη;
Ανάμεσα στην Αττική, τη Βοιωτία και την Κορινθία, τα αρχαία Μέγαρα αναπτύχθηκαν σε μία από τις σημαντικότερες πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας. Τα δύο λιμάνια, τα εντυπωσιακά έργα ύδρευσης και τα ευρήματα που εξακολουθούν να έρχονται στο φως κάτω από τη σύγχρονη πόλη αποκαλύπτουν μια ιστορία εμπορίου, πολέμων, πολιτικής και καθημερινής ζωής που εκτείνεται από τους γεωμετρικούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους.
Τα ευρήματα των ανασκαφών, τα μνημεία και οι αρχαίες πηγές συνθέτουν μια ολοκληρωμένη εικόνα για την οργάνωση, την οικονομία, τη θρησκεία και την καθημερινή ζωή μίας από τις σημαντικότερες πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας, που είναι χτισμένη πάνω σε δύο ακροπόλεις, διέθετε ισχυρό οχυρωματικό περίβολο και Μακρά Τείχη που εξασφάλιζαν την επικοινωνία με τα λιμάνια.
Σήμερα, κάτω από τον σύγχρονο αστικό ιστό, αποκαλύπτονται συνεχώς κατάλοιπα της αρχαίας πόλης, από κατοικίες και δρόμους μέχρι νεκροταφεία και περισσότερα από 120 υπόγεια «μέγαρα».
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Μεγάρων συγκεντρώνει σημαντικά ευρήματα από την περιοχή και, μέσα από εκθέσεις και εκπαιδευτικές δράσεις, επιχειρεί να φέρει αυτή την άγνωστη σε πολλούς ιστορία πιο κοντά στο κοινό.
Το Ιερό της Αφροδίτης στην Ιερά Οδό αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα και λιγότερο γνωστά ιερά της αρχαίας Αττικής. Λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας, δίπλα στην αρχαία οδό που συνέδεε την Αθήνα με την Ελευσίνα, λειτούργησε για αιώνες ως τόπος στάσης, προσευχής και αφιερωμάτων για τους ταξιδιώτες και τους προσκυνητές που κατευθύνονταν προς το σημαντικότερο μυστηριακό κέντρο του αρχαίου ελληνικού κόσμου.
Η θέση του δεν ήταν τυχαία. Βρισκόταν σε ένα φυσικό βραχώδες τοπίο, όπου οι διερχόμενοι μπορούσαν να ζητήσουν την εύνοια της Αφροδίτης και του Έρωτα προτού συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την Ελευσίνα.
Ξεχωριστό χαρακτηριστικό του ιερού αποτελούν οι δεκάδες λαξευμένες κόγχες στον φυσικό βράχο, όπου τοποθετούνταν αναθήματα. Μαζί με τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, τα γλυπτά, τις επιγραφές, τα νομίσματα και τα μαρμάρινα περιστέρια –σύμβολο της Αφροδίτης–, τα ευρήματα φωτίζουν μια πιο προσωπική διάσταση της αρχαίας θρησκευτικής ζωής.
Αν και το ιερό ήταν γνωστό ήδη στους πρώτους Ευρωπαίους περιηγητές του 19ου αιώνα, η συστηματική αρχαιολογική έρευνα ανέδειξε την ιστορία και τη σημασία του. Σήμερα αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο για τη λατρεία της Αφροδίτης στην Αττική και τη σχέση ανάμεσα στο φυσικό τοπίο, το οδικό δίκτυο και τις θρησκευτικές πρακτικές των αρχαίων.
Η Ευσταθία (Έφη) Ανέστη είναι αρχαιολόγος με ειδίκευση στην πολιτιστική διαχείριση. Από το 1995 έως το 2009 εργάστηκε στις ανασκαφές της Γραμμής 3 του μετρό της Αθήνας και συμμετείχε σε ανασκαφές, αναστηλωτικά έργα και δράσεις πολιτιστικής διαχείρισης. Από το 2019 υπηρετεί στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Δυτικής Αττικής, στον Αρχαιολογικό Χώρο και στο Μουσείο της Ελευσίνας, ενώ την περίοδο 2023-2025 συνεργάστηκε με την 2023 ΕΛΕΥΣΙΣ – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για την υλοποίηση πολιτιστικών δράσεων.
Για περισσότερο από έναν αιώνα, πίσω από τους τοίχους του νοσοκομείου «Η Σωτηρία» γράφτηκε μια ιστορία που συνδέεται με την εξέλιξη της ιατρικής, την αντιμετώπιση της φυματίωσης και τις διαδρομές χιλιάδων ανθρώπων. Από την ίδρυσή του στα τέλη του 19ου αιώνα ως εξειδικευμένου θεραπευτηρίου για μία από τις πιο θανατηφόρες ασθένειες της εποχής έως τη σημερινή του μορφή, αποτέλεσε χώρο περίθαλψης αλλά επιστημονικής έρευνας, όπου διαμορφώθηκε μια ρουτίνα για ασθενείς και υγειονομικό προσωπικό.
Η δημιουργία σανατορίων αντανακλούσε τις τότε αντιλήψεις για τη θεραπεία της φυματίωσης, όταν ο καθαρός αέρας, το φως και η αρχιτεκτονική των κτιρίων θεωρούνταν άρρηκτα συνδεδεμένα με την ίαση. Σήμερα, το Μουσείο Σωτηρία, που στεγάζεται στο ιστορικό στρατιωτικό περίπτερο του νοσοκομείου, διασώζει αυτή την κληρονομιά μέσα από ιατρικά αντικείμενα, φωτογραφίες, προσωπικά τεκμήρια και το πολύτιμο Αρχείο Σωτηρία, αναδεικνύοντας την ιστορία της ασθένειας.
Μαζί με την ιστορικό και μουσειολόγο Ασημίνα Γρηγορίου συζητούμε για την ίδρυση του νοσοκομείου, τη συμβολή της Σοφίας Σλήμαν, την καθημερινότητα στα σανατόρια και τη δημιουργία του Μουσείου Σωτηρία. Ένα επεισόδιο αφιερωμένο στην ιστορία της δημόσιας υγείας, της επιστήμης και των ανθρώπων που άφησαν το αποτύπωμά τους σε έναν από τους σημαντικότερους χώρους περίθαλψης της χώρας.
Η Ασημίνα Γρηγορίου είναι πτυχιούχος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Αρχαιολογία από το Πανεπιστήμιο της Σορβόνης Paris IV και στη Μουσειολογία από τη Σχολή του Λούβρου. Σήμερα είναι υποψήφια διδάκτωρ στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο με αντικείμενο την Ιατρική Μουσειολογία. Από το 2026, είναι επιστημονικά υπεύθυνη για το Μουσείο Σωτηρία.
Οι πληροφορίες για την αρχιτεκτονική του Στρατιωτικού Περιπτέρου προέρχονται από την Ιφιγένεια Δημητρίου, αρχιτέκτονα-μουσειολόγο, υπεύθυνη για την αρχιτεκτονική μελέτη και τον μουσειογραφικό σχεδιασμό του μουσείου.
Η Νάξος αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα νησιωτικού πολιτιστικού τοπίου στο Αιγαίο, όπου το φυσικό περιβάλλον και η ανθρώπινη δραστηριότητα έχουν συνδιαμορφώσει ένα ενιαίο και ζωντανό σύνολο. Οι ξερολιθιές, τα παλιά μονοπάτια, οι ανεμόμυλοι, τα πηγάδια και οι ποιμενικές κατασκευές δεν είναι απλώς μεμονωμένα μνημεία του παρελθόντος, αλλά στοιχεία ενός ευρύτερου συστήματος που αποτυπώνει την καθημερινή ζωή, την εργασία και τον τρόπο επιβίωσης των κατοίκων του νησιού.
Όπως αναδεικνύεται στη συζήτηση με τον Στέλιο Λεκάκη, το αγροτικό τοπίο της Νάξου δεν μπορεί να γίνει κατανοητό αν μελετηθεί μεμονωμένα. Αντίθετα, συγκροτεί ένα ενιαίο πολιτιστικό οικοσύστημα, όπου κάθε στοιχείο συνδέεται λειτουργικά και συμβολικά με τα υπόλοιπα. Οι διαδρομές που ένωναν τα χωριά, τα πηγάδια που εξασφάλιζαν νερό και οι ανεμόμυλοι οι οποίοι αξιοποιούσαν τον άνεμο μαρτυρούν έναν τρόπο ζωής ουσιωδώς προσαρμοσμένο στο περιβάλλον.
Παράλληλα, το τοπίο της Νάξου δεν είναι μόνο υλικό, είναι και αφηγηματικό. Λαϊκές παραδόσεις, μύθοι για νεράιδες, στοιχειά και κρυμμένους θησαυρούς προσδίδουν στο νησί μια διάσταση φαντασιακή, μέσα από την οποία οι κάτοικοι ερμήνευαν τον χώρο και τα μυστήριά του. Αυτές οι αφηγήσεις, μαζί με τη συλλογική μνήμη, συνδιαμορφώνουν την πολιτιστική κληρονομιά.
Ο Στέλιος Λεκάκης είναι επίκουρος καθηγητής Μουσειολογίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο με αντικείμενο την τεκμηρίωση μνημείων και τη συμμετοχική εμπειρία. Έχει σπουδάσει Κλασική Αρχαιολογία και Διαχείριση Πολιτιστικής Κληρονομιάς στο ΕΚΠΑ και στο UCL, και είναι ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Newcastle.
Στην είσοδο της αρχαίας Ιεράς Οδού, ανάμεσα στο όρος Αιγάλεω και το Ποικίλο Όρος, δεσπόζει εδώ και σχεδόν μία χιλιετία η Μονή Δαφνίου, ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της Ελλάδας και Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Χτισμένη πιθανότατα στη θέση του αρχαίου ιερού του Δαφναίου Απόλλωνα, η μονή αποτελεί ένα μοναδικό σημείο συνάντησης της αρχαιότητας, του Βυζαντίου και της νεότερης ιστορίας. Το περίφημο καθολικό της, τα αριστουργηματικά ψηφιδωτά του 11ου αιώνα, οι μετασκευές της Φραγκοκρατίας, τα ίχνη της οθωμανικής περιόδου και οι σύγχρονες εργασίες αποκατάστασης αφηγούνται μια ιστορία που εκτείνεται σε περισσότερα από χίλια χρόνια.
Σε μια θαλάσσια περιοχή που για αιώνες έκρυβε τα μυστικά της κάτω από την επιφάνεια, στην Αργολίδα, εντοπίστηκε ένα από τα σημαντικότερα ναυάγια της ελληνικής προϊστορίας: το Ναυάγιο των Ιρίων. Ένα βυθισμένο πλοίο, φορτωμένο με εμπορεύματα, έγινε μια μοναδική χρονοκάψουλα που φωτίζει τις θαλάσσιες διαδρομές, τις εμπορικές ανταλλαγές και τις επαφές των κοινωνιών του Αιγαίου κατά την Εποχή του Χαλκού.
Η Αγιάτη Μπενάρδου συζητά με τον Χρήστο Αγουρίδη, ναυτικό αρχαιολόγο, και εξηγεί γιατί τα Ίρια αποτέλεσαν σημείο-κλειδί για τη θαλάσσια αρχαιολογική έρευνα, ως ένα πραγματικό «θησαυροφυλάκιο» ναυαγίων. Η κουβέντα επεκτείνεται στον τρόπο εργασίας που οδήγησε στην ανακάλυψή του, στην ιδιαίτερη σημασία του του σε σχέση με άλλα πλοία της ίδιας περιόδου αλλά και στις πληροφορίες που μας δίνει για το εμπόριο και τις θαλάσσιες επαφές του προϊστορικού Αιγαίου, ανασυνθέτοντας ίσως τα αρχαία εμπορικά δίκτυα της εποχής. Φυσικά, ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης στρέφεται στις προκλήσεις που αντιμετώπισαν οι ερευνητές κατά την υποβρύχια ανασκαφή και στο αν και κατά πόσο ο βυθός της περιοχής να κρύβει άγνωστα ακόμα μυστικά.
Ο Χρήστος Αγουρίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Οικονομικά και Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης με υποτροφία του Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης. Βρίσκεται στο στάδιο εκπόνησης της διδακτορικής του διατριβής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Είναι Αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών, στο οποίο διετέλεσε Γενικός Γραμματέας από το 2000 έως το 2022.
From the publisher's feed

5 Listeners

64 Listeners

7 Listeners

17 Listeners

8 Listeners

7 Listeners

3 Listeners

34 Listeners

14 Listeners

11 Listeners

2 Listeners

2 Listeners

1 Listeners

3 Listeners

2 Listeners