
Sign up to save your podcasts
Or


Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται ότι στα σχολικά χρόνια η εμφάνισή του είχε καθορίσει τη μοίρα του: το ύψος, το μαλλί-αφάνα, το ντύσιμό του: «Θυμάμαι στο σχολικό πούλμαν να βαδίζω στον διάδρομο και χέρια να απλώνονται, να πιάνουν και να ανακατεύουν τα μαλλιά μου. «Θάμνο!» να με φωνάζουν και «Ζουλού!» και «Λευκό Αραπάκι!». Η καζούρα ήταν κάτι που απασχολούσε μόνο τα παιδιά: οι δάσκαλοι πίστευαν ότι η κοινωνία των παιδιών αυτορρυθμίζεται και κανένα παιδί δεν ήθελε να ανακατευτούν οι γονείς του σε τέτοια θέματα. Σήμερα, ως πατέρας μικρής κόρης, ο Χρήστος Χωμενίδης πιστεύει ότι «πρέπει να προστατεύουμε τα πιο αδύνατα παιδιά από το μπούλινγκ αλλά να αφήσουμε τα βλαστάρια μας να μάθουν να διεκδικούν τον ζωτικό τους χώρο και να προετοιμαστούν για τις συνθήκες της ενήλικης ζωής».
Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται τη σχέση που είχε με τον ύπνο, από μικρό παιδί μέχρι σήμερα: «Στο Δημοτικό, το έχεις μαράζι να σε αφήσουν μια φορά να ξενυχτήσεις μέχρι τελικής πτώσεως. Στο Λύκειο ξεκινάς τα μεγάλα ξενύχτια, αλλά δεν κραιπαλιάζεις, μελετάς για τις Πανελλαδικές. Με το που θα πετύχεις, βγάζεις τα απωθημένα σου και κάνεις τη νύχτα μέρα». Θυμάται μια αποτυχημένη ερωτική προσπάθεια που έκανε μεθυσμένος, όταν υπηρετούσε στο ναυτικό, και πώς κατέληξε να κοιμάται δίπλα από τον κάδο για τα σκουπίδια...
Ο Χρήστος Χωμενίδης κάνει μια αναδρομή από τα αυστηρά και υποκριτικά ήθη της μεταπολεμικής Ελλάδας απέναντι στην ερωτική επιθυμία, στην εισαγωγή της σεξουαλικής επανάστασης μαζί με τη ροκ, που συνέπεσε με τη χούντα, στην ελευθεριότητα στα χρόνια του lifestyle και φτάνει στις μέρες μας: «Δεν θα ΄θελα με τίποτα να είμαι σήμερα 16, 18, 25 χρονών. Δέσμιος στα ντουζένια μου της πανδημίας. Ελεγχόμενος σε κάθε βήμα μου από την πολιτική ορθότητα. Από αυτό το μεταμοντέρνο σαβουάρ βιβρ, που όσο και αν αναδεικνύει, όσο και αν προστατεύει τα δικαιώματα των μειονοτήτων, έχει στο βάθος μια οσμή νεο-πουριτανισμού. Βάζει την επιθυμία σε καλούπια και κανάλια. Τη στραβοκοιτάει σαν απειλή...»
Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται πώς ξεκίνησε και ποια ήταν (και είναι) η σχέση του με τον Θεό: «Σε ηλικία πέντε -ίσως και τεσσάρων- χρονών, είχα σχηματίσει μια εντελώς συγκεκριμένη εικόνα για τον Θεό. Τον είχα τοποθετήσει στην επάνω αριστερά κόχη του δωματίου μου. Εκεί αραχνούλες ύφαιναν ένα πυκνό σχετικά δίχτυ που καμιά ταβανόσκουπα δεν είχε σαρώσει. Από το κρεβάτι μου -ιδίως τις νύχτες, που μου έσβηναν τα φώτα και άφηναν στην πρίζα μόνο ένα πράσινο λαμπάκι για να μη με τρομάζει το απόλυτο σκοτάδι- από το κρεβάτι μου τον έβλεπα καθαρά. Ή έτσι νόμιζα...».
Ο Χρήστος Χωμενίδης πιστεύει ότι «σε αντίθεση με το σεξ και με το ποδήλατο που δεν ξεχνιούνται ποτέ, οι κοινωνικές δεξιότητες αποτελούν ένα λεπτό λούστρο – τρεις μήνες καραντίνας αρκούν για να ξεφτίσει». Αναρωτιέται πώς θα είμαστε όταν ξαναβγούμε έξω για φαγητό και καταλήγει: «Ο παράδεισος για μένα εξακολουθεί να είναι ένα μεγάλο τραπέζι, ξέχειλο από λιχουδιές, όπου γνωστοί και φίλοι ξεπατώνουν τις μπουκάλες του κρασιού, φλερτάρουν, αλληλοπειράζονται, βγάζουν τα εσώψυχά τους κι εγώ τους τραγουδάω. Έστω και παράφωνα!»
«Το δόγμα που επικρατούσε στο πρότυπο σχολείο μου ήταν πως κάθε άνθρωπος έχει ταλέντο σε ένα τουλάχιστον σπορ – αρκεί να το ανακαλύψει και να το καλλιεργήσει για να διαπρέψει». Ο Χρήστος Χωμενίδης δοκίμασε αλλά δεν είχε ταλέντο σε κανένα και υπέκυψε για λίγο μόνο ακολουθώντας το κρυφό του ειδύλλιο, την Κάκια, στο γυμναστήριο. Τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε δεινό αστικό περιπατητή: «Διασχίζω το κέντρο της Αθήνας – διανύω ακόμα και δέκα χιλιόμετρα την ημέρα. Στους δρόμους μου έχω δύο πολύτιμους βοηθούς. Το ρολόι μου, που μετράει βήματα και αποστάσεις, και τα ακουστικά. Φτιάχνω το προσωπικό μου σάουντρακ, κατά τα κέφια της κάθε διαδρομής. Με κοιτάζουν χλευαστικά ίσως οι διπλανοί μου στη διάβαση καθώς κουνάω τα χέρια μου διευθύνοντας μια αόρατη ορχήστρα. Σκασίλα μου! Μόλις ανάψει πράσινο, τούς προσπερνάω».
«Το να ταξιδεύω μόνος και χωρίς κανένα πρόγραμμα με συνάρπαζε. Μη έχοντας να δίνω λόγο παρά μόνο στον εαυτό μου, άνοιγα -πίστευα- διάπλατα τις θύρες για το απρόοπτο. Οι 1.500 λίρες στο πορτοφόλι μου (ποσό αστρονομικό για τα δεδομένα μου) ενίσχυαν την ψευδαίσθηση της απόλυτης ελευθερίας». Το 1991, ο Χρήστος Χωμενίδης μεταπτυχιακός φοιτητής στο Λιντς, άφηνε πίσω του τις σπουδές και ξεκινούσε ένα επεισοδιακό ταξίδι που κατέληξε στο Τσέπελ, προάστιο της Βουδαπέστης.
Ο Χρήστος Χωμενίδης γυρνάει κάποια χρόνια πίσω και θυμάται τον έρωτα του φίλου του Κώστα για την Νεκταρία σε καλοκαιρινές διακοπές. Η επιστροφή στην Αθήνα, όμως, περιλαμβάνει εκπλήξεις: ένα περίπτερο που όλη η οικογένεια της Νεκταρίας το υπηρετεί με μανιακή υστερία, όπως και τον ανάπηρο στον οποίο είναι η άδεια. Τι απέγινε μ΄ αυτόν τον έρωτα και την ξαναείδε άραγε ποτέ τη Νεκταρία ο συγγραφέας;
Παριστάνοντας τους δημοσιογράφους, ο Χρήστος Χωμενίδης κι ένας συμφοιτητής του, χτυπούσαν κουδούνια για να γνωρίσουν κόσμο, κατά προτίμηση πρόθυμα για παρέα κορίτσια, μέχρι που το πέτυχαν. Ο συγγραφέας θυμάται τι έκαναν νεαροί φοιτητές και σημειώνει: «Το μόνο που μού μοιάζει πλέον εντελώς ξένο είναι η ενέργεια που είχαμε, το πείσμα, να τριγυρνάμε ζαλωμένοι με μια πρωτόγονη βιντεοκάμερα και με το βαλιτσάκι της στην πόλη, κάθε τόσο να σταματάμε και να οσμιζόμαστε τον αέρα σαν κυνηγιάρικα σκυλιά. Ίσως να λέγεται νεότητα».
Ο Χρήστος Χωμενίδης ανακαλεί στη μνήμη του τις θεατρικές παραστάσεις που έχει δει από παιδί. Θυμάται το «Ελεύθερο Θέατρο», το «Θέατρο Τέχνης» και τη συνάντηση που είχε με τον Κάρολο Κουν, όταν ήταν έφηβος, τις τρεις παραστάσεις που έχουν χαραχτεί βαθιά μέσα του και το πόσο θηριώδεις ηθοποιοί ήταν ο Αλέξης Μινωτής και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ.
From the publisher's feed