
Sign up to save your podcasts
Or


O Χρήστος Χωμενίδης θυμάται ένα καλοκαίρι, που από το πένθος για τον πατέρα του και τον βαρύ κλοιό συγγενών και φίλων γύρω από τη χήρα μητέρα και το ορφανό βρέθηκε για πρώτη φορά στη Μύκονο: «Μου φάνηκε σαν την πεντάμορφη του παραμυθιού μεταμορφωμένη σε νησί. Βγήκαμε βόλτα και μου ‘φυγε το κλαπέτο. Κατάλαβα πώς ένιωθε ο Οδυσσέας με τις σειρήνες τριγύρω του να τον κολάζουν»...
Οι κίνδυνοι στην εφηβεία υπήρχαν σ’ όλες τις εποχές, διαπιστώνει ο Χρήστος Χωμενίδης, που με αφορμή την ανησυχία για την κόρη του, θυμάται τη δική του εφηβεία. Θεωρεί ότι υπήρξε πολύ τυχερός και ότι εκείνο που τον έσωσε ήταν η μάνα του. « Όχι οι συστάσεις που μού έκανε με ψευτοαυστηρό ύφος. Αλλά το γεγονός ότι εγώ δεν θα άντεχα να την πικράνω, να την πονέσω, να της βγάλω ξινή την εμπιστοσύνη και τη φροντίδα που μού έδειχνε. Η αγάπη, τελικά, αποδεικνύεται ότι είναι το αποτελεσματικότερο εμβόλιο. Και για τους κινδύνους της εφηβείας.
Ο Χρήστος Χωμενίδης ξεφυλλίζει τα κόμικς της παιδικής του ηλικίας και θυμάται τις απορίες του: Πώς είναι δυνατόν όλα τα μέλη της οικογένειας Ντακ, από την τσαχπίνα Νταίζη έως τον γρουσούζη θείο Σκρουτζ κι από τον ανεπρόκοπο τον Ντόναλντ μέχρι τον τυχεράκια αντεραστή του, τον Γκαστόνε, να κυκλοφορούν ημίγυμνα, χωρίς βρακιά; Τελικά βρίσκει την απάντηση...
Ο Χρήστος Χωμενίδης εξομολογείται το πρώτο κεραυνοβόλο ερωτικό σκίρτημα, στα 9 του χρόνια στην πλαζ της Βουλιαγμένης: «Αίφνης, εκεί ακριβώς που έσκαγε το κύμα, εμφανίστηκε ένα πλάσμα, αρκετά πιο μικροκαμωμένο από μένα, ακαθορίστου φύλου και ακαταμάχητης -στα μάτια μου- γοητειας. Ταραχή! Μου ήταν αδύνατο να ξεκολλήσω το βλέμμα. Κοίταζα τα ίσια -μακριά για αγόρι, κοντά για κορίτσι- μαλλιά του, που κόλλαγαν στο μέτωπό του, στο λαιμό του, τους ώμους του... Ξεροκατάπια και ζύγωσα. Προσευχόμουν να είναι κορίτσι, να τη λένε Ελένη ή Μαρία. Αν όμως τον έλεγαν Γιάννη ή Γιώργο;»
Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται την αγάπη του πατέρα του για τη μουσική και τους δίσκους: «Τα πρωινά της Κυριακής έφτιαχνε κολάζ! Ο δίσκος έπαιζε στο πικάπ και ο πατέρας μου τού άλλαζε το εξώφυλλο. Έμπαινε σε διάλογο με τους μουσικούς. Εκείνοι νότες; Ο μπαμπάς μου χρώματα. Εκείνοι δοξάρια; Ο μπαμπάς μου ψαλίδι. Όταν έκρινε το έργο τελειωμένο, το έπιανε με ένα κλιπ και το κρεμούσε στον τοίχο. Η μαμά μου επιδοκίμαζε. Ζούσαμε -λες- σε μια γκαλερί. Στη διαρκή έκθεση κολάζ τού Αλέξανδρου».
Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται παλιά και νέα ανέκδοτα και τη σημασία τους: Εκείνο που με ενοχλεί περισσότερο στα ανέκδοτα είναι ότι δεν έχουν ίχνος αυθορμητισμού και αυτοσαρκασμού. Ο ανεκδοτάκιας μένει στο απυρόβλητο. Είναι ένας ατσαλάκωτος αστειάτωρ, ο οποίος σερβίρει ξαναζεσταμένο φαγητό. Φαντάζεστε τον Τσάρλι Τσάπλιν να λέει ανέκδοτα; Τον Πίτερ Σέλερς; Τον Θανάση Βέγγο;
O Χρήστος Χωμενίδης συγκρίνει τον παλιό με το σημερινό κόσμο, χωρίς εξωραϊσμούς και μυθοποίηση καταστάσεων: «Διακρίνω όμως δύο χαρακτηριστικά του παλιού κόσμου που τα βρίσκω θελκτικά: η επιθυμία, πρώτον. Η γυναικεία κυρίως επιθυμία. Αντιμαχόταν εξ ορισμού τα κυρίαρχα ήθη, γεννιόταν στο σκοτάδι και εκπληρωνόταν πίσω από κλειστές πόρτες. Ό,τι έχανες σε ελευθερία το κέρδιζες σε πάθος, σε ένταση. Ο κόσμος επίσης δεν χωρούσε τζάμπα μάγκες ή τζάμπα επαναστάτες, οι άνθρωποι πλήρωναν τοις μετρητοίς για τις επιλογές τους».
Το αλφαβητάρι «Λόλα να Ένα Μήλο!» είχε σκηνές με ψαράδες, με θεριστάδες και μια καθημερινότητα που δεν είχε καμία σχέση με ό,τι ήξεραν τα παιδιά της Αθήνας, θυμάται ο Χρήστος Χωμενίδης. Μοναδικό -εκκωφαντικό όμως- φάλτσο το όνομα της μικρής πρωταγωνίστριας. Λόλα… Μα Λόλα; Από γερμανικό καμπαρέ την είχαν πάρει οι γονείς της;
Ο Χρήστος Χωμενίδης θυμάται τις προεκλογικές περιόδους τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, όπου γινόταν το σώσε. Τα κέντρα των αριστερών κομμάτων περικύκλωναν την Ομόνοια, περπατούσες και άκουγες αντάρτικα και Θεοδωράκη και Λοϊζο στη διαπασών, κοκκινοπράσινα φέιγ-βολάν σε έλουζαν σαν κομφετί… Το εκλογικό κέντρο της Νέας Δημοκρατίας βρισκόταν στην Ακαδημίας, απέναντι από την οδό Κανάρη. Εκεί επικρατούσε άλλη ατμόσφαιρα, ευρωπαϊκή. Αισθητική παρόμοια με του Ζόναρς…
Εκτός από ένα τρομερό μεθύσι στο σπίτι μ’ έναν συμμαθητή του, τη πρώτη φορά που έμεινε σπίτι μόνος στα 15 του, ο Χρήστος Χωμενίδης δεν βρήκε κάτι αξιοσημείωτο στην ελευθερία του, μέχρι που έκανε κάτι τρελό. Τηλεφώνησε στη Λένα Πλάτωνος, που μόλις είχε κυκλοφορήσει το «Σαμποτάζ» και τον περνούσε 15 ολόκληρα χρόνια. Πήγαν στο “Καφεθέατρο” να ακούσουν τον Βαγγέλη Γερμανό - μια βραδιά που δεν θα την ξεχάσει ποτέ!
From the publisher's feed