
Sign up to save your podcasts
Or


Αξίζει μια μόνιμη θέση στο πιάτο μας το κατακόκκινο λαχανικό ή είναι ένας ακόμα διατροφικός μύθος; Γιατί το προτιμούν οι αθλητές, ποια τα οφέλη για την καρδιά, τους μυς, τον εγκέφαλο και το συκώτι αλλά και τι πρέπει να προσέχουμε στην κατανάλωσή του;
Εκτός από νόστιμο και εύκολο στην κατανάλωση το παντζάρι, είναι και υγιεινό; Στα social media πολλοί το αντιμετωπίζουν σχεδόν ως ένα ιατρικό θαύμα. Αθλητές αντοχής πίνουν συμπυκνωμένο χυμό παντζαριού πριν από μαραθωνίους. Εταιρείες συμπληρωμάτων υπόσχονται ότι η σκόνη παντζαριού καθαρίζει τις αρτηρίες, εκτοξεύει την ενέργεια και οξυγονώνει τον εγκέφαλο. Κάποιοι το αποκαλούν ακόμα και «φυσικό Viagra» και το απόλυτο ελιξίριο για το συκώτι. Από την άλλη, πολλοί προειδοποιούν ότι το παντζάρι περιέχει μόνο ζάχαρη και πρέπει να το αποφεύγουμε. Τι ισχύει τελικά;
Διατροφικά, το παντζάρι είναι μια αποθήκη γεμάτη μικροθρεπτικά συστατικά με λίγες θερμίδες. Ένα φλιτζάνι βρασμένα παντζάρια δίνει μόλις 60 θερμίδες, σχεδόν καθόλου λίπος και καθόλου χοληστερόλη. Είναι δύσκολο να παραφάει κάποιος παντζάρια. Ακόμα όμως κι αν συμβεί αυτό, ούτε θα βαρυστομαχιάσει ούτε θα υποφέρει γιατί η θερμιδική τους πυκνότητα είναι πολύ χαμηλή. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλη ποσότητα τροφής έχει πολύ λίγες θερμίδες. Είναι αυτό όμως το μοναδικό όφελός τους; Τι άλλο περιέχουν;
Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου το 2012 και του Ρίο το 2016 παρατηρήθηκε ότι δεκάδες κορυφαίοι αθλητές αντοχής έπιναν συστηματικά χυμό παντζαριού πριν από τις προπονήσεις και τους αγώνες τους. Γιατί απέκτησαν ξαφνικά αυτήν τη συνήθεια;
Ποια είναι η αλήθεια για το παντζάρι; Είναι πράγματι υπερτροφή; Ποιος είναι ο σωστός τρόπος να το μαγειρεύουμε; Ποια τα οφέλη για τον οργανισμό και πώς πρέπει να το καταναλώνουμε;
Ο Στέλιος Πανταζής είναι γιατρός εξειδικευμένος στην Ιατρική Διατροφολογία και στις διαταραχές του μεταβολισμού.
Με αφορμή το ομώνυμο βιβλίο του, ο ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και συγγραφέας μιλά για τον καθοριστικό ρόλο των γονιών στην ψυχική ανάπτυξη των παιδιών και απαντά στο πότε ένα παιδί χρειάζεται όντως τη βοήθεια ενός ειδικού.
Τι σημαίνει, στην πραγματικότητα, ότι τα παιδιά θέλουν γονείς; Ότι δεν χρειάζονται ποτέ τη βοήθεια ενός ψυχολόγου; Ότι όλα τα προβλήματα πρέπει να τα διαχειρίζονται αποκλειστικά η μητέρα και ο πατέρας; Ή μήπως ότι, πριν από κάθε ταμπέλα, διάγνωση ή παραπομπή σε έναν ειδικό, ένα παιδί χρειάζεται πρώτα δύο ανθρώπους που να μπορούν να είναι πραγματικά παρόντες, να το ακούν, να το αποδέχονται και να το καθοδηγούν;
Το βιβλίο του Νίκου Σιδέρη «Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!» δεν απευθύνεται σε τέλειους γονείς, ούτε έχει σκοπό να τους κατηγορήσει. Απευθύνεται σε καθημερινούς γονείς: σε εκείνους που αγαπούν βαθιά τα παιδιά τους, φοβούνται μήπως κάνουν λάθη, αναρωτιούνται πότε χρειάζεται να βάλουν όρια και πότε να κάνουν ένα βήμα πίσω, πότε να επιμείνουν και πότε να αφήσουν χώρο.
Ασφαλώς, η συζήτηση σε αυτό το podcast δεν είναι μια κουβέντα εναντίον της ψυχοθεραπείας. Είναι μια συζήτηση για το πότε ένα παιδί χρειάζεται πραγματικά τη βοήθεια ενός ειδικού, αλλά και για το πότε χρειάζεται πρώτα να κοιτάξουμε τι συμβαίνει μέσα στην οικογένεια και στη σχέση γονέα-παιδιού. Τι μπορεί να κάνει ένας γονιός όταν νιώθει ότι δεν τα καταφέρνει; Πόσο σημαντικά είναι η παρουσία, η αποδοχή και τα όρια; Και, τελικά, είμαστε όλοι έτοιμοι να γίνουμε γονείς;
Ο Σιδέρης υπογραμμίζει ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου η βοήθεια ειδικού είναι απαραίτητη. Απότομες αλλαγές στη συμπεριφορά, επίμονη απομόνωση, έντονη συναισθηματική δυσκολία ή αναφορές σε αυτοκτονία χρειάζονται άμεση και σοβαρή διερεύνηση.
Το βασικό μήνυμα της συζήτησης είναι ότι ο γονιός δεν χρειάζεται να είναι τέλειος. Χρειάζεται να είναι παρών, να αποδέχεται το παιδί του και να μην φοβάται να το καθοδηγήσει.
Μήπως το ταπεινό λαχανικό είναι η υπερτροφή που αγνοούσαμε; Γιατί η κατανάλωσή της έχει συνδεθεί με την παχυσαρκία; Πώς μπορούμε να την εντάξουμε σωστά στη διατροφή μας και ποια είναι η καλύτερη, η λευκή ή η γλυκοπατάτα; Ο δρ Στέλιος Πανταζής εξηγεί τι ισχύει πραγματικά.
Ποια είναι τα θρεπτικά συστατικά της πατάτας, γιατί δεν πρέπει να κοιτάμε μόνο το άμυλο, τι αλλάζει όταν κρυώσει, πότε αποτελεί μια καλή επιλογή για το πιάτο μας και τι κινδύνους κρύβουν τα συνοδευτικά της και ο τρόπος παρασκευής;
Όταν σκεφτόμαστε τις διάσημες υπερτροφές της εποχής μας, το μυαλό μας πηγαίνει συνήθως σε εξωτικά μούρα από τον Αμαζόνιο, σε σκούρα φυλλώδη λαχανικά με περίπλοκα ονόματα ή σε σπόρους που μέχρι πριν από δέκα χρόνια δεν τους ξέραμε καν. Σπάνια –ίσως και ποτέ– πηγαίνει στον πιο ταπεινό πρωταγωνιστή που έχει σχεδόν κάθε κουζίνα στον κόσμο, την πατάτα.
Για δεκαετίες η πατάτα βρίσκεται στο κέντρο μιας διατροφικής διαμάχης. Στη συνείδηση του κόσμου ταυτίζεται άλλοτε με τη φτώχεια και την επιβίωση, άλλοτε με τη σύγχρονη επιδημία της παχυσαρκίας, τις αλυσίδες γρήγορου φαγητού και τις δίαιτες που απαγορεύουν τους υδατάνθρακες. Είναι, τελικά, η πατάτα ένα θρεπτικό λαχανικό που αξίζει μια θέση στο πιάτο μας ή ένα comfort food που πρέπει να αποφεύγουμε; Η απάντηση, όπως συμβαίνει συνήθως στη επιστήμη της διατροφής, δεν είναι ασπρόμαυρη, και θέλει ανάλυση.
Tι ρωτάμε τον γιατρό μας πριν από μια ιατρική πραξη και τι πρέπει να προσέχουμε; Πώς προστατεύεται ένας ασθενής από πιθανούς κινδύνους; Η δερματολόγος-αφροδισιολόγος Μάργκη Καπελλάρη λύνει όλες μας τις απορίες.
Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία η αισθητική, οι ενέσιμες θεραπείες, τα λέιζερ, οι διαδικασίες αναγέννησης και ό,τι υπόσχεται να μας κάνει πιο ξεκούραστους, πιο νέους ή απλώς να νιώσουμε καλύτερα με τον εαυτό μας έχουν μπει σχεδόν στην καθημερινότητά μας. Και πολύ συχνά τις αντιμετωπίζουμε όπως όταν κλείνουμε ένα απλό ραντεβού σε κάποιο ινστιτούτο αισθητικής.
Οι ιατρικές πράξεις έχουν ενδείξεις, αντενδείξεις, κανόνες, πιθανούς κινδύνους· πάνω απ’ όλα, απαιτείται να γίνονται με τον σωστό άνθρωπο, στον σωστό χώρο, με τη σωστή ενημέρωση.
Πριν από κάθε ιατρική πράξη –μικρή ή μεγάλη, θεραπευτική ή αισθητική– υπάρχει ένα στάδιο που συχνά προσπερνάμε: πρέπει να καταλάβουμε τι ακριβώς θα συμβεί στο σώμα μας. Ποιος την κάνει; Τι υλικό ή φάρμακο χρησιμοποιεί; Ποιοι είναι οι πιθανοί κίνδυνοι και τι γίνεται αν παρουσιαστεί μια επιπλοκή;
Γιατί σήμερα, ειδικά στον χώρο της ομορφιάς, το λεξιλόγιο έχει γίνει πολύ καθησυχαστικό. Μιλάμε για «λίγο αίμα», «ένα φυσικό booster», «μια απλή ενέσιμη θεραπεία», σχεδόν σαν να αναφερόμαστε σε όσα συμβαίνουν σε ένα ραντεβού περιποίησης. Όμως η φυγοκέντρηση αίματος, το PRP, οι ενέσεις και κάθε πράξη που αφορά το σώμα δεν παύουν να είναι ιατρικές πράξεις. Και η ασφάλεια δεν είναι κάτι δεδομένο· οφείλουμε να την ελέγχουμε.
Με αφορμή τη δημόσια συζήτηση μετά τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, μιλάμε για το δικαίωμά μας να ρωτάμε, να ενημερωνόμαστε και να μη ντρεπόμαστε να ζητήσουμε χρόνο ή και δεύτερη γνώμη.
Με τη δερματολόγο-αφροδισιολόγο Μάργκη Καπελλάρη προσπαθούμε να ξεκαθαρίσουμε τι είναι οι θεραπείες που ακούμε συνεχώς, ποιοι είναι οι πραγματικοί κίνδυνοι και πώς προστατεύεται ένας ενημερωμένος ασθενής.
Γιατί έχει ενοχοποιηθεί η κατανάλωση του αγαπημένου φρούτου; Είναι η φυσική φρουκτόζη του τόσο επικίνδυνη όσο η ζάχαρη; Σε πολύ κόσμο που προσπαθεί να χάσει βάρος αλλά και σε διαβητικούς δίνεται συχνά η οδηγία «προσοχή στα σταφύλια». Ο δρ Στέλιος Πανταζής εξηγεί τι ισχύει.
Πόσο υγιεινά είναι τα σταφύλια; Ποιες ποικιλίες προστατεύουν την υγεία περισσότερο; Έχουν όλα τα σταφύλια την ίδια επίδραση; Είναι όντως κενές θερμίδες, όπως τα κατηγορούν κάποιοι; Είναι η φυσική φρουκτόζη και γλυκόζη του σταφυλιού τόσο επικίνδυνη όσο η επεξεργασμένη ζάχαρη;
Τα πράγματα έγιναν δύσκολα στην Ελλάδα για τα σταφύλια πριν από περίπου 30-40 χρόνια, όταν πολλοί γιατροί άρχισαν να προτείνουν σε άτομα με διαβήτη να αποφεύγουν τα σταφύλια, μαζί με τα σύκα και άλλα γλυκά φρούτα. Μάλιστα, αυτό έγινε ακόμα πιο έντονο τα τελευταία χρόνια, με την άνοδο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την εμμονή με τις δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων.
Το αγαπημένο αυτό φρούτο έχει βρεθεί στη θέση του κατηγορούμενου. Σε πολύ κόσμο που προσπαθεί να χάσει βάρος, αλλά και σε διαβητικούς, δίνεται συχνά η ίδια αυστηρή οδηγία, «προσοχή στα σταφύλια, είναι επικίνδυνα για την υγεία».
Είναι όμως η φυσική φρουκτόζη και γλυκόζη του σταφυλιού επικίνδυνη; Ή μήπως, εστιάζοντας μόνο στους υδατάνθρακες, χάνουμε ένα φρούτο που είναι από τα πιο πλούσια σε φυτοχημικές ουσίες που έχει να προσφέρει η φύση; Σε αυτό το πόντκαστ θα δούμε τα δεδομένα και θα απαντήσουμε στο ερώτημα πόσο υγιεινά είναι τελικά τα σταφύλια.
Σίγουρα τα σταφύλια δεν είναι απλώς κενές θερμίδες που προέρχονται αποκλειστικά από ζάχαρη, όπως τα κατηγορούν οι απλουστευτικές προσεγγίσεις. Είναι ένα από τα καλύτερα φυσικά τρόφιμα που υπάρχουν, σχεδόν σαν να σχεδιάστηκε για να προστατεύει το αγγειακό σύστημα, να τρέφει το μικροβίωμα, να στηρίζει την αιμάτωση του εγκεφάλου και να δίνει κυτταρική ενέργεια.
Για υγιείς ενήλικες και όσους ασκούνται, μία μερίδα, περίπου ένα φλιτζάνι την ημέρα, ιδανικά πριν ή αμέσως μετά την άσκηση, είναι εξαιρετική πηγή ενυδάτωσης, ηλεκτρολυτών και αναπλήρωσης του μυϊκού γλυκογόνου.
Κάποιοι τα παρουσιάζουν ως το απόλυτο αντιγηραντικό εργαλείο. Τι είναι τελικά τα πεπτίδια, τι απ’ όσα υπόσχονται πραγματοποιούν και ποιοι κίνδυνοι υπάρχουν; Ο δρ. ΣτέλιοςΠανταζής εξηγεί τι ισχύει.
Αν περνάτε έστω και λίγο χρόνο στα social media, ειδικά στους κύκλους της υγείας, της ευεξίας, του biohacking και της μακροζωίας, σίγουρα θα έχετε ακούσει τη λέξη που μονοπωλεί το ενδιαφέρον τον τελευταίο καιρό: «πεπτίδια». Κάποιοι τα παρουσιάζουν ως το απόλυτο εργαλείο, ως πηγή νεότητας, ως το μυστικό για γρήγορη απώλεια λίπους, απίστευτη μυϊκή αποκατάσταση και τέλειο δέρμα. Βλέπουμε ανθρώπους να ορκίζονται στα αποτελέσματά τους, κλινικές αντιγήρανσης στο εξωτερικό να ξεφυτρώνουν παντού με πανάκριβες ενέσιμες θεραπείες, και άλλα τέτοια.
Από ιατρική και διατροφική σκοπιά, όμως, όταν μια ουσία υπόσχεται να λύσει κάθε πρόβλημα, πρέπει να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί. Τι είναι ακριβώς τα πεπτίδια; Πώς λειτουργούν στον οργανισμό μας; Ποια στηρίζονται σε πραγματικά κλινικά δεδομένα και ποια είναι απλώς πανάκριβες και δυνητικά επικίνδυνες ανοησίες;
Τα πεπτίδια έχουν σαφώς σημαντικό επιστημονικό ενδιαφέρον και αντιπροσωπεύουν το μέλλον της εξατομικευμένης ιατρικής. Η ικανότητα να δίνουμε στο σώμα ακριβείς οδηγίες σε κυτταρικό επίπεδο θα αλλάξει σίγουρα τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τις αρρώστιες τις επόμενες δεκαετίες. Η μετάβαση όμως από την εξατομικευμένη ιατρική για τους ασθενείς στο ψυχαγωγικό biohacking για τους υγιείς είναι γεμάτη παγίδες.
Πρέπει να ξεχάσουμε τα πεπτίδια; Όχι. Αναγνωρίζουμε τις μεγάλες δυνατότητές τους, χρησιμοποιούμε όσα είναι εγκεκριμένα ιατρικώς και περιμένουμε η επιστήμη να δώσει απαντήσεις για τα υπόλοιπα. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι να θυμόμαστε ότι μπορούμε να βελτιώσουμε τη δική μας φυσική παραγωγή πεπτιδίων χωρίς να βασιζόμαστε σε ενέσεις που δεν έχουν ελεγχθεί επιστημονικά.
Πότε μια επιλογή είναι πραγματικά δική μας και πότε υπαγορεύεται από την οικογένεια, την κοινωνία και τον φόβο για το «τι θα πει ο κόσμος»; Εξηγεί η διδάκτωρ Φιλοσοφίας και Συνθετικής Ψυχολογίας Χαρά Τράπκου.
Στο νέο επεισόδιο της σειράς «Ψυχή & Σώμα», η Τζούλη Αγοράκη συναντά τη διδάκτωρ φιλοσοφίας και συνθετικής ψυχολογίας Χαρά Τράπκου και συζητούν για τις γκρίζες ζώνες της ζωής: εκεί όπου δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, ξεκάθαροι κανόνες και ασφαλή «ή το ένα ή το άλλο». Από μικροί μαθαίνουμε να λειτουργούμε μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο «πρέπει» — να είμαστε καλοί γονείς, σωστοί σύντροφοι, διακριτικοί άνθρωποι, να μην απογοητεύουμε και, κυρίως, να μην ξεφεύγουμε από όσα θεωρούνται κοινωνικά αποδεκτά. Όμως η πραγματική ζωή είναι πολύ πιο σύνθετη.
Στη συζήτηση μπαίνει στο επίκεντρο η δύναμη του «και» απέναντι στο «ή»: το δικαίωμα να συνυπάρχουν μέσα μας διαφορετικές επιθυμίες, αμφιβολίες και αντιφάσεις. Η Χαρά Τράπκου μιλά για τα διλήμματα που φέρνουν οι άνθρωποι στην ψυχοθεραπεία, για την ενοχή, την απιστία, τα «πρέπει» που μπορεί να λειτουργούν άλλοτε ως προστασία και άλλοτε ως φυλακή, αλλά και για την ανάγκη να αναπλαισιώσουμε τον ηθικό μας χάρτη.
Ιδιαίτερη θέση έχει η πίεση που βιώνουν οι γυναίκες γύρω από τη μητρότητα, την ηλικία και την κοινωνική προσδοκία, αλλά και η αμφιθυμία που μπορεί να συνοδεύει τη μητρότητα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάποια είναι «κακή μητέρα». Μιλούν ακόμη για την ελευθερία και την ευθύνη στις σχέσεις, για τις διαφορετικές αξίες μέσα στην οικογένεια και για όσα τα παιδιά αντιλαμβάνονται ακόμη κι όταν δεν λέγονται.
Με την παιδοψυχολόγο Ευαγγελίνα Τζήμα συζητάμε για το πώς περνάμε από την ανεμελιά των διακοπών στη ρουτίνα και το πρόγραμμα του σχολείου.
Υπάρχει κάτι παράξενο στον Σεπτέμβρη. Θεωρητικά, είναι ένας μήνας καινούργιας αρχής: καινούργια τετράδια, καινούργια μολύβια, καινούργια τάξη, φίλοι που ξανασυναντιούνται. Κι όμως, για πολλά παιδιά δεν είναι εύκολη η προσαρμογή.
Μέχρι χθες είχαμε καλοκαίρι: ύπνος χωρίς ξυπνητήρι, θάλασσα, παιχνίδι, ατέλειωτες μέρες χωρίς πρόγραμμα. Και ξαφνικά επιστρέφει το ρολόι: «ξύπνα», «ντύσου», «φύγαμε», σχολείο, διάβασμα, δραστηριότητες, ύπνος νωρίς.
Κι εμείς οι γονείς συχνά αγχωνόμαστε πριν ακόμη χτυπήσει το πρώτο κουδούνι. «Πρέπει να μπει πρόγραμμα». «Να περιορίσουμε τις οθόνες». «Να κοιμάται νωρίτερα». «Να σφίξουμε λίγο τα λουριά».
Χρειάζεται, όμως, πράγματι να τα σφίξουμε; Ή μήπως αυτό που χρειάζεται ένα παιδί είναι κάτι διαφορετικό: μια γέφυρα που θα το βοηθήσει να περάσει από την ανεμελιά του καλοκαιριού στη σχολική καθημερινότητα με πιο ήπιο και ασφαλή τρόπο;
Και τι κάνουμε όταν μας λέει το πιο απλό και ταυτόχρονα δύσκολο «δεν θέλω να πάω σχολείο»;
Με την παιδοψυχολόγο και ψυχοθεραπεύτρια Ευαγγελίνα Τζήμα συζητάμε για αυτήν ακριβώς τη μετάβαση. Όχι μόνο για το πώς ένα παιδί ξαναμπαίνει σε πρόγραμμα αλλά και για το τι συμβαίνει μέσα του όταν μια περίοδος ελευθερίας τελειώνει και μια νέα περίοδος υποχρεώσεων ξεκινά.
Η Ευαγγελίνα Τζήμα μάς εξηγεί ότι η προσαρμογή χρειάζεται χρόνο – για τα παιδιά αλλά και για τους γονείς. Το «δεν θέλω να πάω σχολείο» δεν είναι απαραίτητα καπρίτσιο αλλά ένα μήνυμα που αξίζει να ακουστεί, ώστε να καταλάβουμε τι πραγματικά δυσκολεύει το παιδί.
Στη συζήτηση μπαίνουν ακόμη η ανάγκη των παιδιών για ελεύθερο χρόνο και παιχνίδι, τα όρια και η σχέση τους με τις οθόνες. Παράλληλα, εξετάζουμε τη δική μας δυσκολία να επιστρέψουμε στην «κανονικότητα», αλλά και τη μελαγχολία που συχνά συνοδεύει το τέλος του καλοκαιριού.
Ίσως, τελικά, η καλύτερη επιστροφή να μην είναι αυτή με τα περισσότερα «πρέπει» αλλά εκείνη που αφήνει λίγο χώρο για προσαρμογή.
Αν μπορούσαμε να κάνουμε μόνο τρία πράγματα για να επιβραδύνουμε τη γήρανση, ποια θα ήταν αυτά; Η δερματολόγος Βάσω Ιακωβάκη λύνει όλες μας τις απορίες.
Η εμμηνόπαυση δεν αλλάζει μόνο τον κύκλο μιας γυναίκας. Αλλάζει και το δέρμα της. Μήπως, όμως, γι’ αυτό δεν φταίει μόνο η εμμηνόπαυση αλλά και η κληρονομικότητα, η διατροφή, η άσκηση, το κάπνισμα, το αλκοόλ και η έκθεση στον ήλιο;
Στο νέο επεισόδιο της σειράς «Ψυχή και Σώμα», η Τζούλη Αγοράκη συζητά με τη δερματολόγο Βάσω Ιακωβάκη για το τι πραγματικά συμβαίνει στο δέρμα μας κατά την προεμμηνόπαυση και την εμμηνόπαυση και ποιοι παράγοντες επιταχύνουν τη γήρανση.
Γιατί το πρόσωπο χάνει τη σφριγηλότητά του; Γιατί αλλάζει το περίγραμμα του προσώπου; Πόσο επηρεάζει η απότομη πτώση των οιστρογόνων το κολλαγόνο, την ελαστίνη και την ενυδάτωση; Γιατί εμφανίζονται πιο έντονες ρυτίδες, ξηρότητα και χαλάρωση μετά τα 50;
Ξεκαθαρίζουμε, επίσης, ποιες θεραπείες έχουν την πιο έγκυρη επιστημονική βάση, από τα βιοδιεγερτικά και τα λέιζερ μέχρι τα νήματα, τα skin boosters και τη σωστή καθημερινή περιποίηση. Πότε αξίζει να ξεκινήσει κανείς μια θεραπεία, ποιες είναι οι ρεαλιστικές προσδοκίες που μπορεί να έχει και ποια λάθη κάνουν πολλές γυναίκες στην προσπάθειά τους να «σταματήσουν» τον χρόνο; Ποιον ρόλο παίζουν η πρωτεΐνη, η άσκηση και ο ύπνος στην ποιότητα του δέρματος;
Πολλοί άνθρωποι ανοίγουν ένα chatbot όταν νιώθουν άγχος, μοναξιά ή αβεβαιότητα, αναζητώντας παρηγοριά. Η ψυχοθεραπεύτρια Σοφιάνα Μηλιωρίτσα απάντα στο ερώτημα αν μπορεί η συνομιλία με την τεχνητή νοημοσύνη να θεωρηθεί ψυχοθεραπεία.
Για πολλούς ανθρώπους η τεχνητή νοημοσύνη έχει γίνει ένας εύκολα προσβάσιμος συνομιλητής. Είναι διαθέσιμη οποιαδήποτε στιγμή, δεν κρίνει και συχνά απαντά με έναν τρόπο που μοιάζει υποστηρικτικός και συμπονετικός. Κάποιοι τη χρησιμοποιούν για να βάλουν σε τάξη τις σκέψεις τους, άλλοι για να εκφράσουν συναισθήματα που δυσκολεύονται να μοιραστούν με άλλους ανθρώπους.
Όμως μπορεί η συνομιλία με ένα chatbot να θεωρηθεί ψυχοθεραπεία; Σε αυτό το επεισόδιο συζητάμε με την ψυχοθεραπεύτρια Σοφιάνα Μηλιωρίτσα για τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης στον χώρο της ψυχικής υγείας, τις δυνατότητές της αλλά και τους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από τη χρήση της ως υποκατάστατου της ανθρώπινης σχέσης.
Αναλύουμε γιατί όλο και περισσότεροι άνθρωποι στρέφονται στην τεχνητή νοημοσύνη για συναισθηματική υποστήριξη, τι σημαίνει η αίσθηση της άμεσης διαθεσιμότητας και γιατί η απουσία κριτικής μπορεί να κάνει ένα chatbot να μοιάζει με έναν ασφαλή χώρο έκφρασης. Παράλληλα, εξετάζουμε τη διαφορά μεταξύ μιας συνομιλίας με μια μηχανή και της θεραπευτικής διαδικασίας, η οποία βασίζεται στη σχέση, στην παρουσία, στη γνώση του προσωπικού ιστορικού και στην ανθρώπινη επαφή.
Συζητάμε, επίσης, το αν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει στην πρώιμη αναγνώριση συμπτωμάτων, στη μείωση του στίγματος γύρω από την ψυχική υγεία και αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο υποστήριξης για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Παράλληλα, εξετάζουμε τους κινδύνους της εξάρτησης, της απομόνωσης και της ψευδαίσθησης μιας εξατομικευμένης σχέσης.
Ένα επεισόδιο για τα όρια μεταξύ της τεχνολογίας και της ανθρώπινης σύνδεσης. Γιατί η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο αυτοπαρατήρησης και πληροφόρησης, όμως η ψυχοθεραπεία δεν είναι μόνο διάλογος. Είναι μια σχέση που παραμένει βαθιά ανθρώπινη.
From the publisher's feed
Ranked by our users in the last 21 days