
Sign up to save your podcasts
Or


Από τα τέλη του 18ου αιώνα κιόλας το Μοναστήρι, η καρδιά της Πελαγονίας, αναδεικνύεται σε σπουδαίο πνευματικό και εκπαιδευτικό κέντρο.
Από τα τέλη του 18ου αιώνα κιόλας το Μοναστήρι, η καρδιά της Πελαγονίας, αναδεικνύεται σε σπουδαίο πνευματικό και εκπαιδευτικό κέντρο.
Γιατί οι βίαιοι εκτοπισμοί αποτελούν εργαλείο της Γενοκτονίας των πληθυσμών.
Τι έγινε στην περίπτωση του Ποντιακού πληθυσμού.
Με κύριο αφηγητή τον ομότιμο καθηγητή Ιατρικής Φυσικής, Τζων Καλέφ-Εζρά, παρουσιάζονται όλες οι πτυχές του πυρηνικού ατυχήματος. Ο δρόμος προς την καταστροφή, η αντίδραση των σοβιετικών αρχών μετά το ατύχημα, η απομάκρυνση του πληθυσμού, αλλά και οι επιπτώσεις στην Ελλάδα είναι μερικές από τις ενότητες στις οποίες το ραδιοφωνικό ντοκιμαντέρ θα ρίξει φως, μέσα από την επιστημονική τεκμηρίωση και τα στοιχεία που θα παρουσιαστούν. Παράλληλα, γίνεται σύγκριση ανάμεσα στο ατύχημα στο Τσερνόμπιλ και σε αυτό της Φουκουσίμα, 25 χρόνια αργότερα, και διερευνώνται τα κοινά στοιχεία αλλά και οι διαφορές.
Για πρώτη φορά στην ΕΡΤ, ακούγονται οι προφορικές μαρτυρίες δύο πρώην εργαζομένων στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνόμπιλ.
Ο ειδικός σε θέματα δημόσιας ασφάλειας, δρ. Τριαντάφυλλος Καρατράντος, μιλά στο ντοκιμαντέρ για την απειλή του πυρηνικού ολέθρου, στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και εξηγεί τι σημαίνει η κατοχή πυρηνικών οπλοστασίων από δικτάτορες και αυταρχικά καθεστώτα, σήμερα.
Οι τόποι καταγωγής των ελλήνων και βλάχων παροίκων των πρώην γιουγκοσλαβικών χωρών ήταν κυρίως η δυτική Μακεδονία και δευτερευόντως η Ήπειρος, η Θράκη και η Θεσσαλία. Οι συχνότερα απαντώμενες πόλεις προέλευσης των παροίκων ήταν οι: Κοζάνη, Σιάτιστα, Βλάστη, Κλεισούρα, Σέλιτσα ενώ στο Βελιγράδι, ειδικότερα, συναντά κανείς Έλληνες και από την Αδριανούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, τις Σέρρες, την Κατράνιτσα, την Καστοριά, το Βελβεντό, το Μπλάτσι, τη Μοσχόπολη και το Μελένοικο.
Η αριθμητική δύναμη των παροικιών αυτών ήταν ιδιαίτερα αξιόλογη με βάση τα μεγέθη της εποχής, ενώ τα μέλη τους παρουσιάζουν σταθερή αριθμητική αύξηση στη διάρκεια του 18ου αιώνα. Tο Σεμλίνο εξελίχτηκε σε σημαντικότατη ελληνική παροικία με 200-250 Έλληνες στα 1764, οι οποίοι στα 1816 άγγιξαν τους 800 για να φτάσουν τους 1000 στα 1823. Από τα μέσα, όμως, του 19ου αιώνα το ελληνικό στοιχείο τόσο στο Σεμλίνο όσο και στις άλλες γιουγκοσλαβικές πόλεις παρουσίασε αισθητή μείωση.
Οι τόποι καταγωγής των ελλήνων και βλάχων παροίκων των πρώην γιουγκοσλαβικών χωρών ήταν κυρίως η δυτική Μακεδονία και δευτερευόντως η Ήπειρος, η Θράκη και η Θεσσαλία. Οι συχνότερα απαντώμενες πόλεις προέλευσης των παροίκων ήταν οι: Κοζάνη, Σιάτιστα, Βλάστη, Κλεισούρα, Σέλιτσα ενώ στο Βελιγράδι, ειδικότερα, συναντά κανείς Έλληνες και από την Αδριανούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, τις Σέρρες, την Κατράνιτσα, την Καστοριά, το Βελβεντό, το Μπλάτσι, τη Μοσχόπολη και το Μελένοικο.
Η αριθμητική δύναμη των παροικιών αυτών ήταν ιδιαίτερα αξιόλογη με βάση τα μεγέθη της εποχής, ενώ τα μέλη τους παρουσιάζουν σταθερή αριθμητική αύξηση στη διάρκεια του 18ου αιώνα. Tο Σεμλίνο εξελίχτηκε σε σημαντικότατη ελληνική παροικία με 200-250 Έλληνες στα 1764, οι οποίοι στα 1816 άγγιξαν τους 800 για να φτάσουν τους 1000 στα 1823. Από τα μέσα, όμως, του 19ου αιώνα το ελληνικό στοιχείο τόσο στο Σεμλίνο όσο και στις άλλες γιουγκοσλαβικές πόλεις παρουσίασε αισθητή μείωση.
Οι τόποι καταγωγής των ελλήνων και βλάχων παροίκων των πρώην γιουγκοσλαβικών χωρών ήταν κυρίως η δυτική Μακεδονία και δευτερευόντως η Ήπειρος, η Θράκη και η Θεσσαλία. Οι συχνότερα απαντώμενες πόλεις προέλευσης των παροίκων ήταν οι: Κοζάνη, Σιάτιστα, Βλάστη, Κλεισούρα, Σέλιτσα ενώ στο Βελιγράδι, ειδικότερα, συναντά κανείς Έλληνες και από την Αδριανούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, τις Σέρρες, την Κατράνιτσα, την Καστοριά, το Βελβεντό, το Μπλάτσι, τη Μοσχόπολη και το Μελένοικο.
Η αριθμητική δύναμη των παροικιών αυτών ήταν ιδιαίτερα αξιόλογη με βάση τα μεγέθη της εποχής, ενώ τα μέλη τους παρουσιάζουν σταθερή αριθμητική αύξηση στη διάρκεια του 18ου αιώνα. Tο Σεμλίνο εξελίχτηκε σε σημαντικότατη ελληνική παροικία με 200-250 Έλληνες στα 1764, οι οποίοι στα 1816 άγγιξαν τους 800 για να φτάσουν τους 1000 στα 1823. Από τα μέσα, όμως, του 19ου αιώνα το ελληνικό στοιχείο τόσο στο Σεμλίνο όσο και στις άλλες γιουγκοσλαβικές πόλεις παρουσίασε αισθητή μείωση.
Οι τόποι καταγωγής των ελλήνων και βλάχων παροίκων των πρώην γιουγκοσλαβικών χωρών ήταν κυρίως η δυτική Μακεδονία και δευτερευόντως η Ήπειρος, η Θράκη και η Θεσσαλία. Οι συχνότερα απαντώμενες πόλεις προέλευσης των παροίκων ήταν οι: Κοζάνη, Σιάτιστα, Βλάστη, Κλεισούρα, Σέλιτσα ενώ στο Βελιγράδι, ειδικότερα, συναντά κανείς Έλληνες και από την Αδριανούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, τις Σέρρες, την Κατράνιτσα, την Καστοριά, το Βελβεντό, το Μπλάτσι, τη Μοσχόπολη και το Μελένοικο.
Η αριθμητική δύναμη των παροικιών αυτών ήταν ιδιαίτερα αξιόλογη με βάση τα μεγέθη της εποχής, ενώ τα μέλη τους παρουσιάζουν σταθερή αριθμητική αύξηση στη διάρκεια του 18ου αιώνα. Tο Σεμλίνο εξελίχτηκε σε σημαντικότατη ελληνική παροικία με 200-250 Έλληνες στα 1764, οι οποίοι στα 1816 άγγιξαν τους 800 για να φτάσουν τους 1000 στα 1823. Από τα μέσα, όμως, του 19ου αιώνα το ελληνικό στοιχείο τόσο στο Σεμλίνο όσο και στις άλλες γιουγκοσλαβικές πόλεις παρουσίασε αισθητή μείωση.
Η Ελληνική Κοινότητα Βρυξελλών, η πιο σημαντική από τις 10 κοινότητες του Βελγίου (Λιέγης, Σαρλερουά, Αμβέρσας κ.ά.), συσπείρωνε έως τη δεκαετία του 1960 εύπορους εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, τελώντας ουσιαστικά υπό την κηδεμονία της πρεσβείας. Στις αρχές, όμως, της δεκαετίας του 1960, η συντριπτική αριθμητική υπεροχή των νεοαφιχθέντων στις Βρυξέλλες πρώην ανθρακωρύχων, σε συνδυασμό με τη δράση της Αριστεράς, άλλαξαν τα δεδομένα: μέσα από συγκρούσεις η Κοινότητα πέρασε στα χέρια των αριστερών εργατών και από το 1962 έως το 1967 ανέπτυξε έντονη κοινωνική και πολιτιστική δραστηριότητα.
Μετά από ορισμένα χρόνια εργασίας στα ορυχεία, οι μετανάστες είχαν το δικαίωμα να αποκτήσουν άδεια εργασίας σε άλλους οικονομικούς τομείς. Στη δεκαετία του 1960 το σύνολο, σχεδόν, των Ελλήνων μεταπήδησε από τα ορυχεία προς τις βιομηχανίες και μετακινήθηκε από τις ανθρακοφόρες περιοχές προς τις Βρυξέλλες και άλλα αστικά κέντρα, όπου ένα μικρό ποσοστό κατάφερε να ανοίξει εστιατόριο ή καφενείο ή να αγοράσει ταξί. Η εργασία στις βιομηχανίες μπορεί να ήταν λιγότερο σκληρή και επικίνδυνη σε σύγκριση με τα ορυχεία, δεν έπαυε όμως να είναι εξουθενωτική. Με τη μετακίνηση αυτή προς τα αστικά κέντρα (που παρείχαν ευκαιρίες απασχόλησης και στις γυναίκες), πολλές Ελληνίδες άρχισαν να εργάζονται εκτός οικίας, με στόχο συνήθως είτε τη συντήρηση της οικογένειας είτε την επιτάχυνση της αποταμίευσης.
From the publisher's feed