
Sign up to save your podcasts
Or


Τον Σεπτέμβριο του 1922, μόνο ο Βενιζέλος μπορούσε να αντιπαλέψει στο εξωτερικό και ειδικά στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στη Λωζάνη τις συνέπειες της ήττας. Ήταν έτσι σε θέση να επιβάλει εξαιρετικά δυσάρεστες αποφάσεις: πρώτα την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό και πληθυσμό, ύστερα την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Μόνο εκείνος μπορούσε επίσης να αναστήσει τη συμμαχία της ηττημένης Ελλάδας με τις νικήτριες Μεγάλες Δυνάμεις και προπαντός με τη Μεγάλη Βρετανία. Κατάφερε έτσι να αποφύγει άλλες εδαφικές απώλειες και την πληρωμή πολεμικών επανορθώσεων, ενώ η Τουρκία αναγνώρισε επιτέλους την απόκτηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου από την Ελλάδα.
Υπό την πίεση των πιο ακραίων στρατιωτικών, με επικεφαλής τον Θεόδωρο Πάγκαλο, η λεγόμενη «Επανάσταση του 1922» προχώρησε στη δίκη και εκτέλεση των Έξι που κρίθηκαν υπεύθυνοι για τη Μικρασιατική Καταστροφή, μολονότι η ανεπανόρθωτη βλάβη («προδοσία») των εθνικών συμφερόντων δεν έγινε «εκ προθέσεως», αλλά από βαρύτατη και ασυγχώρητη αμέλεια ή το πολύ από «ενδεχόμενο δόλο». Ανεξάρτητα από το όποιο άμεσο θετικό αποτέλεσμα, η εκτέλεση των Έξι είχε μακροπρόθεσμα εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις. Όπως και στη Γερμανία νωρίτερα, η απαλλαγή των στρατιωτικών και η ενοχοποίηση των πολιτικών για την ήττα υπονόμευσε καίρια τη δημοκρατία. Επιπλέον, παρατάθηκε ο Εθνικός Διχασμός ως εμφύλιος πόλεμος.
Παρά τις επίσημες δηλώσεις και διακηρύξεις, η τύχη του Ελληνισμού της Τουρκίας κατά βάθος δεν απασχολούσε τους Αντιβενιζελικούς, τουλάχιστον ως πρώτη προτεραιότητα. Υπερίσχυε μάλιστα σε πολλούς το μίσος που προκαλούσε η πίστη των περισσοτέρων Ελλήνων της Τουρκίας στον Βενιζέλο. Τα κύρια άρθρα «Οίκαδε…» και «Οι Πομερανοί» στην εφημερίδα «Καθημερινή» δεν πρόλαβαν να συμβάλουν στη στρατιωτική κατάρρευση, όπως υποστηρίχθηκε εκ των υστέρων. Φανέρωναν όμως αδιαφορία για τους ελληνικούς πληθυσμούς. Δεν υπήρξε η παραμικρή μέριμνα για την έγκαιρη διαφυγή τους. Αντίθετα μάλιστα, μέχρι την τελευταία στιγμή εμποδίστηκαν να φύγουν. Ήταν εύλογος ο φόβος ότι, αν έρχονταν στην Ελλάδα, θα απειλούσαν το καθεστώς.
Οι Αντιβενιζελικοί απέκρουαν τις διπλωματικές λύσεις όσο το γόητρο και το ηθικό του ελληνικού στρατού ήσαν ακμαία και τις αποδέχτηκαν μόνο όταν είχαν πλέον καταρρακωθεί και τα δύο μετά την αιματηρή αποτυχία της άσκοπης εξόρμησης προς Άγκυρα που οι ίδιοι αποφάσισαν. Αλλά ήταν πια πολύ αργά. Ακόμη και όταν πλέον προεξοφλούσαν την καταστροφή, τον Φεβρουάριο του 1922, δεν προχώρησαν στην επιβαλλόμενη εκκένωση της Μικράς Ασίας από τον ελληνικό πληθυσμό και τον στρατό. Άφησαν ιδίως τη Στρατιά αποτελματωμένη για ένα σχεδόν χρόνο σε ένα μέτωπο που ήταν εξαρχής μειονεκτικό και ευάλωτο ακριβώς στο σημείο όπου εκδηλώθηκε η απόλυτα προβλέψιμη τουρκική επίθεση.
Επιλέγοντας τη συνέχιση και κλιμάκωση του πολέμου στη Μικρά Ασία, οι Αντιβενιζελικοί και προσωπικά ο Γούναρης προτίμησαν ως υπουργό Στρατιωτικών τον ανίδεο Νικόλαο Θεοτόκη και ως αρχιστράτηγο τον αστοιχείωτο Αναστάσιο Παπούλα, προκαλώντας παράλληλα ανταγωνισμό και πολυφωνία μεταξύ διαφόρων στρατιωτικών. Έτσι αποφασίστηκε στις 15 Ιουλίου 1921 η προέλαση προς την Άγκυρα. Χωρίς σαφείς στόχους, η Στρατιά Μικράς Ασίας υπέστη μάταια εξαντλητικές πορείες, μεγάλες στερήσεις και σκληρές μάχες στον Σαγγάριο, με πολλές απώλειες. Ακόμη πιο ανεπανόρθωτη ήταν η απώλεια του ηθικού και της μαχητικής της ικανότητας. Αν έμενε στην ίδια κατάσταση και στις ίδιες θέσεις, ήταν απλώς θέμα χρόνου η κατάρρευσή της.
Με κάλυψη και πρόφαση τον Κωνσταντίνο, η Αντιβενιζελική ηγεσία χειρίστηκε το Μικρασιατικό ζήτημα σαν να μην υπήρχε άλλη επιλογή από τη συνέχιση και την κλιμάκωση της εκστρατείας. Αντί να εκμεταλλευθούν τρεις διαδοχικές ευκαιρίες διπλωματικής διεξόδου για τερματισμό του πολέμου, με βρετανική μεσολάβηση και υποστήριξη, οι Αντιβενιζελικοί επιδίωξαν οριστική στρατιωτική λύση από μόνο τον ελληνικό στρατό. Ήθελαν να αποδείξουν σε όλους και προπαντός στη Μεγάλη Βρετανία ότι θα τα καταφέρουν εξίσου καλά ή και καλύτερα από τον Βενιζέλο. Αντίστροφα, τους κατείχε ο φόβος ότι τυχόν απαγκίστρωση εκ μέρους τους από τη Μικρά Ασία θα επέφερε μοιραία την επιστροφή του μισητού εχθρού.
Ο Δημήτριος Γούναρης και οι άλλοι Αντιβενιζελικοί οργάνωσαν το νόθο δημοψήφισμα του 1920 για να μεταθέσουν την ευθύνη της επανόδου του Κωνσταντίνου στον ίδιο τον Λαό. Για να εκμεταλλευθούν το γόητρο του Κωνσταντίνου ως νικηφόρου Στρατηλάτη, δημιούργησαν ύστερα την πλαστή εντύπωση ότι τάχα αναλάμβανε ξανά «αρχιστράτηγος», όπως στους Βαλκανικούς Πολέμους. Γι’ αυτό τον περιέφεραν στη Μικρά Ασία επί τρεις μήνες σαν ζωντανό ακόμη σύμβολο για παραπλάνηση του στρατού και της κοινής γνώμης, μολονότι ήταν βαριά άρρωστος και δεν είχε αρκετή επαφή με την πραγματικότητα. Στάθηκαν πολύ τυχεροί που δεν πέθανε εκεί στα χέρια τους, αντί στο Παλέρμο ενάμιση χρόνο αργότερα.
Ο Κωνσταντίνος Α΄ δεν έχει στρατιωτικές ευθύνες για τη Μικρασιατική Καταστροφή επειδή δεν υπήρξε στ’ αλήθεια «αρχιστράτηγος», όπως τον παρουσίασαν. Η κυριότερη ευθύνη του είναι ότι επέμεινε να επιστρέψει το 1920 παρά τις προειδοποιήσεις της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας ότι η επάνοδός του θα προκαλούσε απαλλαγή τους από κάθε δέσμευση απέναντι στην Ελλάδα, καθώς και τη διακοπή κάθε οικονομικής βοήθειας. Παρά τις δηλώσεις που είχε κάνει στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ότι θα παραιτηθεί αν νικήσει η Αντάντ, και μολονότι ήταν βαριά άρρωστος και ανίκανος να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του, αρνήθηκε μέχρι τέλους να παραιτηθεί οικειοθελώς.
Ο Βενιζέλος ήταν βέβαιος ότι θα κέρδιζε τις εκλογές που έγιναν την 1η Νοεμβρίου 1920. Δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη για το αντίθετο. Δεν μπορούσε άλλωστε να τις καθυστερήσει άλλο, αφού παρουσίασε τη Συνθήκη των Σεβρών σαν οριστική τάχα συνθήκη ειρήνης που τερμάτιζε τον πόλεμο με την Τουρκία. Ωστόσο, είχε μεσολαβήσει στις 12 Οκτωβρίου ο απροσδόκητος θάνατος του βασιλέα Αλεξάνδρου, που ουσιαστικά μετέτρεψε τις εκλογές σε άτυπο δημοψήφισμα υπέρ της επιστροφής του Κωνσταντίνου, εξασφαλίζοντας σαρωτική νίκη στους Αντιβενιζελικούς. Εκτός από την Παλαιά Ελλάδα, αυτοί κέρδισαν και 69 από τις 74 έδρες της Μακεδονίας χάρη στη συμπαγή ψήφο των εκεί αλλοεθνών.
Η κατάληψη της Σμύρνης από τον ελληνικό στρατό το 1919 αποδείχθηκε σημείο χωρίς επιστροφή για τους Έλληνες, τους Τούρκους, αλλά και τις Μεγάλες Δυνάμεις.Προέκυψε ένας φαύλος κύκλος στρατιωτικών επιχειρήσεων για την άμυνα της ελληνικής ζώνης, με διαδοχική διεύρυνση της κατεχόμενης έκτασης, αύξηση του τουρκικού πληθυσμού της και δυσμενείς επιπτώσεις για τους Έλληνες κατοίκους. Διέξοδο θα πρόσφερε μόνο μία οριστική συνθήκη ειρήνης. Έτσι παρουσιάστηκε η Συνθήκη των Σεβρών. Υπογράφοντάς την, ωστόσο, το σουλτανικό οθωμανικό καθεστώς της Κωνσταντινούπολης ολοκλήρωσε την απαξίωσή του, σε όφελος της εθνικιστικής επανάστασης του Κεμάλ. Έτσι, αντί για ειρήνη, η συνθήκη έφερε πόλεμο για την εφαρμογή της.
From the publisher's feed

67 Listeners

34 Listeners

16 Listeners

1 Listeners

2 Listeners