poiein podcast

poiein podcast

By Sotirios PastakasArtsBooks
Download on the App Store

poiein podcast episodes

  • Σπύρος Αραβανής, «Το λαϊκό τραγούδι στην ποίηση του Θωμά Γκόρπα»
    Ο Τσιτσάνης μαζί με τον Στέλιο Καζαντζίδη, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και τον Αποστόλη Χατζηχρήστο εμφανίζονται ονομαστικά τις περισσότερες φορές μέσα στα ποιήματα του Γκόρπα. Στον Στέλιο Καζαντζίδη αφιερώνει ολόκληρο το ποίημα με τίτλο: «Με τον τρόπο του Στέλιου Καζαντζίδη», που εμπεριέχεται στη συλλογή του «Περνάει ο στρατός», 1980. Στίχοι από την περίφημη «Ζιγκοάλα» του Καζαντζίδη λειτουργούν ως μουσικό μοτίβο στο ποίημα το οποίο αφηγείται τις σκέψεις και τα αισθήματα ενός νέου δόκιμου στα ΚΕΥΑ, πεπεισμένου ότι θα τον αποκλείσουν αλλά ακόμα πιο βέβαιου για τις «άπειρες παραλλαγές καταπιέσεως» που προσφέρει η μαμά Ελλάς στα παιδιά της.
    4 min
  • Walt Whitman, «The poem Song of the Open Road»
    Στην Ειρήνη
    Listen, I will be honest with you
    I do not offer the old smooth prizes
    But offer rough new prizes
    These are the days that must happen to you:
    You shall not heap up what is called riches,
    You shall scatter with lavish hand all that you earn or achieve.
    However sweet the laid up stores,
    However convenient the dwelling, you shall not remain there.
    However sheltered the port, however calm the waters, you shall not anchor there.
    However welcome the hospitality that welcomes you,
    You are permitted to receive it but a little while Afoot and lighthearted, take to the open road
    Healthy, free, the world before you the long brown path before you, leading wherever you choose.
    Say only to one another:
    Camerado, I give you my hand!
    I give you my love more precious than money; I give you myself before preaching and law:
    Will you give me yourself?
    Will you come travel with me?
    Shall we stick by each other as long as we live?
    9 min
  • Λεωνίδας Χρηστάκης, Σχιζοφωνητικά
    Ο ΠΟΙΗΤΗΣ-ΕΚΔΟΤΗΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΛΟΥΣΕ "ΣΧΙΖΟΦΩΝΗΤΙΚΗ". ΤΟΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Ο ΠΙΑΝΙΣΤΑΣ ΣΑΚΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
    6 min
  • Gottfried Benn, Αστέρια
    Αστέρια
    Μμετάφραση : Νίκος Βουτυρόπουλος
    Η έμμετρη απόδοση του ποιήματος Αστέρια (1936) έγινε από τον Κώστα Σφενδουράκη
    Αστέρια-μέρες πνιγηρές,
    ξόρκια, ικεσίες χρονοβόρες.
    Θεοί κρατάνε ζυγαριές
    καθώς διστάζουνε οι ώρες.
    Πάλι κοπάδια τα χρυσά,
    φως, ουρανός, πέπλο και πάλι,
    κάτω από φτερά νεκρά φυσά
    το παρελθόν κάτι να βγάλει;
    Λαχτάρα που ‘χει ξαναρθεί,
    τα ρόδα, εσύ, μέθη που στάζει-
    το καλοκαίρι έχει σταθεί
    τα χελιδόνια να κοιτάζει,
    μια εικασία ακόμη μια,
    η σιγουριά πως θα κρατήσει:
    με ταξίδι στο κύμα, με νυχτιά
    τα χελιδόνια έχουν μεθύσει.
    1 min
  • Jacques Prévert, Cet amour
    ΑΥΤΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ
    Αυτός ο έρωτας
    Τόσο ορμητικός
    Τόσο εύθραυστος
    Τόσο απαλός
    Τόσο απεγνωσμένος
    Αυτός ο έρωτας
    Όμορφος σαν τη μέρα
    Κι άθλιος σαν τον καιρό
    Όταν ο καιρός είναι κακός
    Αυτός ο έρωτας τόσο αληθινός
    Αυτός ο έρωτας τόσο ωραίος
    Τόσο ευτυχισμένος
    Τόσο εύθυμος
    Και τόσο γελοίος
    Tρέμοντας από φόβο όπως ένα παιδί μέσα στο σκοτάδι...
    (Μετάφραση : Κώστας Ριτσώνης)
    3 min
  • Γιάννης Σκαρίμπας, «Έτι δέομαι σου», ανέκδοτη μελοποίηση: Θάνος Ανεστόπουλος
    Κύριε, είμαι ένας άθεος! Και είμαι αδερφός
    του χαρτοπαίχτη, του μπεκρή. Και σάρκα έχω και αίμα.
    Κι όπως εχώρισες εσύ τα σκότη από το φως
    έτσι χωρίζω κι αγαπώ-απ΄ το σωστό-το ψέμα.
    Το κρίμα θέλω! Είν' όμορφη η αμαρτία. Πολύ
    εσύ με θέλησες αγνόν-δεν είμαι, οι άλλοι, οι άλλοι,
    οι εκπεσμένοι, οι αμαρτωλοί. Οι μούργοι-κι είν' πολλοί-
    τι τάχα λεν; κι είναι αδερφοί. Τι ξέρουν; Κι είν 'μεγάλοι.
    Και είμαι, Κύριε, άθεος. Και το κακό αγαπώ.
    Κι εμέ μ' αρέσει η ζαβολιά, η γυναίκα του κοντά μου,
    τόσο, που ακόμα το φονιά-ανάγκη να το πω;-
    τον έχεις κάμει όμοιον μου κι οστό απ' τα οστά μου.
    Κι είμ' άθεος! Καρδίας συ που ετάζεις και νεφρούς,
    πρόσεχε: αγαπώ πολύ τα «πλήθη αμαρτιών μου».
    Συ που νεφέλας ανιστάς και ξαναζείς νεκρούς,
    -στ' άνθισμα είμαι των παθών-τα αίσχη πλήθυνόν μου
    5 min
  • Miguel Angel Contreras, Τρία Ποιήματα (μτφρ: Αθηνά-Στυλιανή Μίχου)
    (ΧΧΙΧ)
    o μικρός κόσμος του ανθρώπου
    Επιστρέφω προς τα ενδότερα, όπου πάντα ήμουνα,
    όπου τα πάντα είναι και τίποτα δεν είναι
    συγκεκριμένο, όπου είμαστε οι ίδιοι, εμείς.
    Στα τοπία φράκταλ του υπεδάφους
    έρχομαι,
    σε βυθισμένς γωνίες κρυμμένες πίσω από
    τοίχους
    από εντόσθια και έντερα. Διασχίζω αρτηρίες της
    πιο κρύας
    και σκοτεινής ανωνυμίας: αναγνωρίζω ένα παιδί
    που με κοιτά τρομαγμένο και έναν υπερόπτη νεαρό
    που με αποδοκιμάζει
    και ίσως και ένα γέρο καθηγητή. Το παν είναι οι αρτηρίες, τα διασχίζουν όλα.
    Τα σώματα, τις πόλεις... Είναι πανταχού παρών.
    Και στηρίζομαι -ενώ διεισδύω- στο
    οστεοφυλάκιο
    που αντέχει και στηρίζει τις αυπνίες μου.
    Από το Libro de Precisiones (2012)
    3 min
  • James Joyce reading from "Finnegans Wake"
    Ο Τζόυς ξεκίνησε τη συγγραφή του Finnegans Wake περίπου το 1923 αν και την εποχή εκείνη αναφερόταν ως Έργο εν προόδω. Το 1926 είχαν ολοκληρωθεί τα δύο πρώτα μέρη του βιβλίου και την ίδια χρονιά, οι Eugene και Maria Jolas, προσφέρθηκαν για την δημοσίευσή τους σε συνέχειες, στο περιοδικό transition. Τα επόμενα χρόνια, ο Τζόυς επιτάχυνε την συγγραφή του έργου ωστόσο διάφορα γεγονότα όπως ο θάνατος του πατέρα του (1930) ή προσωπικά προβλήματα υγείας, καθυστέρησαν την ολοκλήρωσή του.
    Η αρχική υποδοχή του Finnegans Wake περιλάμβανε αρκετές αρνητικές κριτικές, ακόμα και από φίλους ή υποστηρικτές του έργου του, όπως ήταν ο Έζρα Πάουντ. Για το λόγο αυτό αρκετοί συγγραφείς όπως ο Σάμιουελ Μπέκετ υποστήριξαν το έργο μέσω κριτικών που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά της εποχής. Ο Τζόυς αποφάσισε για τον τελικό τίτλο του έργου το 1929 ενώ τελικά το βιβλίο εκδόθηκε στις 4 Μαΐου του 1939.
    Με το Finnegans Wake, ο Τζόυς εγκατέλειψε κάθε είδους σύμβαση σχετικά με την χάραξη μιας πλοκής ή την δημιουργία χαρακτήρων. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι ιδιαίτερα περίπλοκη, προσομοιώνοντας κατά κάποιο τρόπο την συνειρμική ακολουθία ενός ονείρου. Χαρακτηριστικό στοιχείο αποτελούν ακόμα τα πολλά λογοπαίγνια που κατασκευάζει ο Τζόυς, σε διάφορες γλώσσες.
    1 hr 19 min
  • Ο Γιάννης Βαρβέρης διαβάζει αποσπάσματα από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου
    Ἀνοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιοῦ σπιτιοῦ. Μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στὰ μαῦρα μιλάει σ᾿ ἕναν νέο. Δὲν ἔχουν ἀνάψει φῶς. Ἀπ᾿ τὰ δυὸ παράθυρα μπαίνει ἕνα ἀμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα νὰ πῶ ὅτι ἡ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα ἔχει ἐκδώσει δυό-τρεῖς ἐνδιαφέρουσες ποιητικὲς συλλογὲς θρησκευτικῆς πνοῆς. Λοιπόν, ἡ Γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα μιλάει στὸν νέο.
    Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
    Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.
    Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
    Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
    Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
    Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.
    Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
    Συχνὰ πετάγομαι στὸ φαρμακεῖο ἀπέναντι γιὰ καμιὰν ἀσπιρίνη ἄλλοτε πάλι βαριέμαι καὶ μένω μὲ τὸν πονοκέφαλό μου ν᾿ ἀκούω μὲς στοὺς τοίχους τὸν κούφιο θόρυβο ποὺ κάνουν οἱ σωλῆνες τοῦ νεροῦ, ἢ ψήνω ἕναν καφέ, καί, πάντα ἀφηρημένη, ξεχνιέμαι κ᾿ ἑτοιμάζω δυὸ - ποιὸς νὰ τὸν πιεῖ τὸν ἄλλον;- ἀστεῖο ἀλήθεια, τὸν ἀφήνω στὸ περβάζι νὰ κρυώνει ἢ κάποτε πίνω καὶ τὸν δεύτερο, κοιτάζοντας ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν πράσινο γλόμπο τοῦ φαρμακείου σὰν τὸ πράσινο φῶς ἑνὸς ἀθόρυβου τραίνου ποὺ ἔρχεται νὰ μὲ πάρει μὲ τὰ μαντίλια μου, τὰ σταβοπατημένα μου παπούτσια, τὴ μαύρη τσάντα μου, τὰ ποιήματά μου, χωρὶς καθόλου βαλίτσες - τί νὰ τὶς κάνεις; - Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
    «Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Ὄχι, δὲ θἄρθω. Καληνύχτα. Ἐγὼ θὰ βγῶ σὲ λίγο. Εὐχαριστῶ. Γιατί ἐπιτέλους, πρέπει νὰ βγῶ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ τσακισμένο σπίτι. Πρέπει νὰ δῶ λιγάκι πολιτεία, -ὄχι, ὄχι τὸ φεγγάρι - τὴν πολιτεία μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια της, τὴν πολιτεία τοῦ μεροκάματου, τὴν πολιτεία ποὺ ὁρκίζεται στὸ ψωμὶ καὶ στὴ γροθιά της τὴν πολιτεία ποὺ ὅλους μας ἀντέχει στὴν ράχη της μὲ τὶς μικρότητές μας, τὶς κακίες, τὶς ἔχτρες μας, μὲ τὶς φιλοδοξίες, τὴν ἄγνοιά μας καὶ τὰ γερατειά μας,-ν᾿ ἀκούσω τὰ μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας, νὰ μὴν ἀκούω πιὰ τὰ βήματά σου μήτε τὰ βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καὶ τὰ δικά μου βήματα. Καληνύχτα.
    Τὸ δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πὼς κάποιο σύννεφο θἄκρυβε τὸ φεγγάρι. Μονομιᾶς, σὰν κάποιο χέρι νὰ δυνάμωσε τὸ ραδιόφωνο τοῦ γειτονικοῦ μπάρ, ἀκούστηκε μία πολὺ γνώστη μουσικὴ φράση. Καὶ τότε κατάλαβα πὼς ὅλη τούτη τὴ σκηνὴ τὴ συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος», μόνο τὸ πρῶτο μέρος. Ὁ νέος θὰ κατηφορίζει τώρα μ᾿ ἕνα εἰρωνικὸ κ᾿ ἴσως συμπονετικὸ χαμόγελο στὰ καλογραμμένα χείλη του καὶ μ᾿ ἕνα συναίσθημα ἀπελευθέρωσης. Ὅταν θὰ φτάσει ἀκριβῶς στὸν Ἅη-Νικόλα, πρὶν κατεβεῖ τὴ μαρμαρίνη σκάλα, θὰ γελάσει, -ἕνα γέλιο δυνατό, ἀσυγκράτητο. Τὸ γέλιο του δὲ θ᾿ ἀκουστεῖ καθόλου ἀνάρμοστα κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι. Ἴσως τὸ μόνο ἀνάρμοστο νἆναι τὸ ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο. Σὲ λίγο, ὁ Νέος θὰ σωπάσει, θὰ σοβαρευτεῖ καὶ θὰ πεῖ «Ἡ παρακμὴ μιᾶς ἐποχῆς». Ἔτσι, ὁλότελα ἥσυχος πιά, θὰ ξεκουμπώσει πάλι τὸ πουκάμισό του καὶ θὰ τραβήξει τὸ δρόμο του. Ὅσο γιὰ τὴ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα, δὲν ξέρω ἂν βγῆκε τελικὰ ἀπ᾿ τὸ σπίτι. Τὸ φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Καὶ στὶς γωνιὲς τοῦ δωματίου οἱ σκιὲς σφίγγονται ἀπὸ μίαν ἀβάσταχτη μετάνοια, σχεδὸν ὀργή, ὄχι τόσο γιὰ τὴ ζωὴ ὅσο γιὰ τὴν ἄχρηστη ἐξομολόγηση. Ἀκοῦτε; τὸ ραδιόφωνο συνεχίζει.
    5 min

About poiein podcast

From the publisher's feed

Το ραδιόφωνο της ποίησης.

More shows like poiein podcast

The Blindboy Podcast by Blindboyboatclub

The Blindboy Podcast

1,810 Listeners