
Sign up to save your podcasts
Or


Δεν θα γίνει της μόδας αυτό το νέο ελληνικό μυθιστόρημα. Αλλά ποιος άλλος έχει σήμερα το τρελό χιούμορ, τη σαρκαστική ματιά, το ιερόσυλο πνεύμα και τη λογοτεχνική μαεστρία του Ηπειρώτη Βασίλη Γκουρογιάννη; Τα «Κιάλια του Βασίλη Τσουικόφ» (εκδόσεις Μεταίχμιο), σαν το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, που ο ηλικιωμένος κομμουνιστής μισεί, επειδή οι αστοί το αποθεώνουν, είναι μια σπαραχτική επιστροφή στις ουτοπίες και τις διαψεύσεις του εγχώριου κομμουνισμού.
Ο Εμφύλιος, ο Άρης Αλεξάνδρου, η Μεταπολίτευση, ο Φλωράκης (που είναι ήρωας του μυθιστορήματος), η τζιζ για το ΚΚΕ λογοτεχνία (ο ομοφυλόφιλος Καβάφης) αλλά και όλα τα ιερά τέρατα της λογοτεχνίας της αριστεράς, από τον Ρίτσο ως τον Λειβαδίτη, αντιμετωπίζονται από τον Γκουρογιάννη χωρίς ταμπού, με ένα γέλιο απελευθερωτικό και αποκαθηλωτικό. Την ίδια στιγμή, ο συγγραφέας σέβεται τον ήρωά του, κυρίως την αβάσταχτη ερωτική μοναξιά ενός κομμουνιστή που φτάνει στο τέλος της ζωής του μόνος και ρημαγμένος, με το όνειρο πάντα μιας νέας επανάστασης. Μοναδική παρέα στη ζωή του ένα υπερφυσικό ζευγάρι σοβιετικά κιάλια, που έχει κρατήσει ενθύμιο από τις μάχες στον Γράμμο. Είναι ο δικός του τραγικός και παρανοϊκός τρόπος να κοιτάζει και να ερμηνεύει την πραγματικότητα. Μοναχικός, έξω από τον Περισσό, ενώ ακόμα και το κόμμα του αλλάζει και του γυρνάει την πλάτη.
Άμνετ λεγόταν ο γιος του Σαίξπηρ που πέθανε το 1596, λίγα χρόνια προτού γραφτεί ο «Άμλετ». Άμνετ και Άμλετ ήταν τότε το ίδιο ακριβώς όνομα, οπότε σ’ αυτήν τη «σύμπτωση» βασίστηκε το 2020 η Βρετανή Μάγκι Ο’Φάρελ και έγραψε το μυθιστόρημα «Άμνετ», ένα από τα λογοτεχνικά ορόσημα εκείνης της χρονιάς. ‘Εβαλε στο κέντρο του όχι τόσο τον βάρδο όσο τη σχετικά άγνωστη και περιφρονημένη από την ιστορία σύζυγό του Αν Χάθαγουεϊ (την ερμηνεύει η Τζέσι Μπάκλεϊ, μεγάλο φαβορί, και δικαίως, για το Όσκαρ). Της δίνει μια λαμπρή, αν και κόντρα στα ελισαβετιανά ήθη προσωπικότητα, αυτή μιας ελεύθερης, δυνατής γυναίκας που ο Σαίξπηρ ερωτεύεται με πάθος και παντρεύεται. Ο θάνατος του γιου τους Άμνετ τη διαλύει, ενώ ο Γουίλ ουσιαστικά ζει στο Λονδίνο, μακριά της, χτίζοντας τον θεατρικό του μύθο.
Ο’Φάρελ και Ζάο προσπαθούν να πείσουν, και το καταφέρνουν, ίσως περισσότερο η σκηνοθέτις, ότι ο «Άμλετ», η τραγωδία ενός πρίγκιπα που έχει το όνομα ενός νεκρού 11χρονου αγοριού, είναι η έκφραση του πένθους του συγγραφέα του, και η κάθαρσή του. Βιβλίο και ταινία χτίζονται γύρω από αυτή την απώλεια, εξού και αναγνώστες και θεατές χύνουν πολλά ή λίγα δάκρυα. Στο τέλος έρχεται μια ανάταση, αυτή που μόνο η τέχνη, του Σαίξπηρ και η δική μας, η σημερινή, χαρίζουν, μεταπλάθοντας το προσωπικό πένθος σε πανανθρώπινο.
Μια εύκολη, ίσως και αδιάφορη γραφή, αλλά θέματα εκρηκτικά (σχέσεις, σεξ, αναζητήσεις και φιλίες νεαρών Ιρλανδών), έκαναν τη Σάλι Ρούνεϊ, στα 32 της μόλις, σταρ και μιντιακό φαινόμενο – βοήθησε και η τηλεοπτική μεταφορά δύο μυθιστορημάτων της («Κανονικοί Άνθρωποι» και «Συζητήσεις με φίλους»). Εκτός από φαν, όμως, είχε και πολύ σνομπάρισμα: πόλωνε και δίχαζε τους φίλους της λογοτεχνίας.
Όλα αυτά μέχρι που βγήκε το 2024 το «Ιντερμέτζο», μεγάλο (565 σελίδες η ελληνική έκδοση) και διαφορετικό. Κάποιοι την είδαν να βαδίζει στον δρόμο του μέγα συμπατριώτη της, του Τζόις. Η αλήθεια είναι ότι οι εσωτερικοί μονόλογοι των ηρώων της είναι καλοί, ωστόσο το «Ιντερμέτζο» διατηρεί τις κλασικές αρετές της συγγραφέως: συναρπαστικούς ήρωες και δύσκολες σχέσεις και ζωές στο σύγχρονο Δουβλίνο, ένα στόρι σπαραχτικό και ψιλοκαταθλιπτικό, γεμάτο ανατροπές και συγκρούσεις.
Βασικοί ήρωες δυο αδέλφια, ο 32χρονος Πίτερ, ωραίος, κοσμικός και ανερχόμενος δικηγόρος, και ο 22χρονος Ίβαν, προβληματικός, αποτραβηγμένος από την κοινωνία, αλλά ιδιοφυής σκακιστής. Η ιστορία τούς πιάνει μετά τον θάνατο του πατέρα τους. Η σχέση τους περνάει από σαράντα κύματα, ενώ η προσωπική τους ζωή μπαίνει επίσης στο μικροσκόπιο της Ρούνεϊ. Από τη μια, ο Πίτερ, που έχει δύο αγαπημένες, μην μπορώντας να διαλέξει ανάμεσά τους, χάνεται σε έναν αυτο-οικτιρμό και μια κατάθλιψη ασύμβατη με τη φαινομενική γκλαμουριά της ζωής του. Και από την άλλη, ο Ίβαν χτίζει με μαγικό και ώριμο τρόπο που ξαφνιάζει μια σχέση χαράς και ουσίας με μια γυναίκα δεκατέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του.
Η Στεφανία Γουλιώτη πέρασε το καλοκαίρι του 2025 παίζοντας την Ιοκάστη στον «Οιδίποδα» του Γιάννη Χουβαρδά. Δεν ξέρει, όμως, πολύ καλά μόνο το πρωτότυπο έργο αλλά και το πώς γράφει ο δαιμόνιος Αικ, συγγραφέας και σκηνοθέτης, από τα κορυφαία νέα ονόματα του βρετανικού θεάτρου, που διασκευάζει με πάθος και άποψη κλασικά αριστουργήματα – όχι μόνο τα δικά μας. Κι αυτό γιατί έπαιζε επί δύο χρόνια στην παράσταση της Κατερίνας Ευαγγελάτου «The Doctor», θεατρικό έργο του Άικ, βασισμένο σε έργο του Άρθουρ Σνίτσλερ, που έγινε μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία.
Ο «Οιδίποδας» του Άικ (Νίκος Κουρής), που είναι ένας σημερινός ανερχόμενος πολιτικός αστέρας, προοδευτικός και με πάθος για την αλήθεια και τη διαφάνεια. Η υπόθεση εκτυλίσσεται το βράδυ των εκλογών, με τη νίκη του να θεωρείται πέρα από σίγουρη. Περιμένει τα αποτελέσματα παρέα με την οικογένειά του, τη μεγαλύτερη κατά 14 χρόνια γυναίκα του, Ιοκάστη (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη), την οποία λατρεύει, τα τρία τους παιδιά (Ετεοκλή, Πολυνείκη και Αντιγόνη), τον γαμπρό του Κρέοντα (Λάζαρος Γεωργακόπουλος) και την ηλικιωμένη μητέρα του Μερόπη (Ράνια Οικονομίδου), που καταφθάνει απροειδοποίητα. Από τη μια στιγμή στην άλλη, ο Οιδίποδας θα πέσει στην άβυσσο. «Είσαι του πατέρα σου φονιάς και της μάνας σου εραστής», του λέει ένας περίεργος τυφλός, μέλος σέχτας με προφητικές ιδιότητες.
Ο Ρόμπερτ Άικ, μακριά από τα οντολογικά και φιλοσοφικά θέματα που θέτει ο Σοφοκλής, με έναν εντελώς κοσμικό Οιδίποδα, σε ένα σύμπαν χωρίς θεούς και χρησμούς να καθορίζουν την ανθρώπινη μοίρα, καταφέρνει να πλησιάσει με ένα κανονικό θρίλερ την αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου για το «ποιος είναι». Με αδυναμίες; Με ευκολίες; Όλα αυτά συζητούν η Βένα Γεωργακοπούλου με τη Στεφανία Γουλιώτη, συμφωνώντας και διαφωνώντας.
Παράταση των παραστάσεων μέχρι αρχές Φεβρουαρίου στη Στέγη για τον «Οιδίποδα» του Ρόμπερτ Άικ.
Δεκαετία του 1970. Η Έιλις, μια 40χρονη Ιρλανδή, μετανάστρια στη Νέα Υόρκη, ζει είκοσι χρόνια στο Λονγκ Άιλαντ με τον Ιταλό Τόνι και τα δυο παιδιά τους. Μια ερωτική προδοσία του συζύγου της, αλλά κυρίως το γεγονός ότι ο ίδιος και η τεράστια, παραδοσιακή, παρεμβατική ιταλική οικογένειά του, γονείς, αδέλφια, νύφες και ανίψια, ετοιμάζονται να καλωσορίσουν στο σόι τους το παιδί που θα γεννήσει η άλλη γυναίκα, αδιαφορώντας εντελώς για τα αισθήματά της, πίσω από την πλάτη της, κάνει τη Έιλις να ξεπεράσει τον εαυτό της.
Επιστρέφει μετά από είκοσι χρόνια στην Ιρλανδία, μαζί με τα παιδιά της, χωρίς να έχει πάρει καμιά απόφαση για το μέλλον της και το γάμο της. Εκεί, όμως, ξαναφουντώνει ένας παλιός έρωτας με τον ωραίο Τζιμ που κάποτε του είχε ραγίσει την καρδιά. Κι αυτήν τη φορά ανοίγεται για την Έιλις το ενδεχόμενο μιας καινούργιας ζωής μαζί του. Τίποτα, όμως, δεν είναι εύκολο: τα ψέματα, τα μυστικά και οι στρατηγικές δίνουν και παίρνουν, προσφέροντας την ευκαιρία στον μεγάλο Ιρλανδό συγγραφέα να αποδείξει το μέγα βάθος της ματιάς του, τη λεπτότητα με την οποία πλησιάζει τους ήρωες του, το πόσο καλά καταλαβαίνει τις γυναίκες.
Το «Λονγκ Άιλαντ» είναι ένα μυθιστόρημα που δεν μπορείς να αφήσεις από τα χέρια σου. Η Βένα Γεωργακοπούλου και ο Σάκης Ιωαννίδης, αποφεύγοντας τα πολλά σπόιλερ, συζητάνε τα θέματα που θίγει ο Κόλμ Τομπίν με μαεστρία: τα πολύπλοκα συναισθήματα, τη μοναξιά, που οδηγεί σε συμβιβασμούς ερωτικούς, την προδοσία στην οποία και ο καλύτερος των ανθρώπων μπορεί να καταλήξει, τη μετανάστευση και την αίσθηση του να είσαι παντού, τελικά, ξένος. Αλλά και την Ιρλανδία, που τόσο ζωντανά και με αγάπη αποτυπώνει.
Ο Χρήστος Παρίδης συζητάει με τρεις εκλεκτούς προσκεκλημένους και ταυτόχρονα μέλη μιας άτυπης «επιτροπής», την ηθοποιό και σκηνοθέτιδα θεάτρου Σμαράγδα Καρύδη, τη σκηνογράφο, ενδυματολόγο και σκηνοθέτιδα του κινηματογράφου Εύα Νάθενα και τον ηθοποιό, σεναριογράφο και σκηνοθέτη Μιχάλη Ρέππα, για τις αγαπημένες τους ταινίες των δεκαετιών 1950, 1960 και μέχρι τις αρχές του 1970, αλλά και γι’ αυτές που πρότειναν εκείνοι ως τις δικές τους «10 καλύτερες». Ακούγονται επίσης ηχητικά μηνύματα από τον σκηνοθέτη και παραγωγό Κυριάκο Χατζημιχαηλίδη και τον ακαδημαϊκό Βρασίδα Καραλή, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ και συγγραφέα του βιβλίου «Μια ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου».
Σε αυτό το podcast για τον παλιό, λαϊκό, «εμπορικό», όπως άδικα τον κατηγοριοποιούμε, ελληνικό κινηματογράφο των δεκαετιών 1950, 1960 και εν μέρει του 1970, προτού κυριαρχήσει ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος, στρέφοντας μεγάλη μερίδα του κοινού στην τηλεόραση, θα μιλήσουν για τις αγαπημένες τους ταινίες και θα ψηφίσουν τις καλύτερες. Ατενίζουν, χωρίς να νοσταλγούν, το ασπρόμαυρο παρελθόν της μεταπολεμικής Ελλάδας και σχολιάζουν με χιούμορ, κέφι και τρυφερότητα σκηνοθέτες και ηθοποιούς που άφησαν το στίγμα τους στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων και των Ελληνίδων.
Πέντε νεαρές γυναίκες –η Τζέσικα, η Πέρλα, η Τζούλι, η Ναΐμα και η Αριάν– βρίσκουν καταφύγιο σε έναν ξενώνα για μητέρες. Όλες έχουν μεγαλώσει κάτω από δύσκολες συνθήκες, ωστόσο προσπαθούν με όλες τους τις δυνάμεις να δημιουργήσουν ένα καλύτερο μέλλον για τις ίδιες και τα παιδιά τους, παρά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν καθημερινά.
Μια βαθιά ανθρώπινη ταινία που σηματοδοτεί την επιστροφή των αδελφών Νταρντέν – βραβευμένων με δύο Χρυσούς Φοίνικες για τα Rosetta και L’Enfant – στον πυρήνα του αυθεντικού ευρωπαϊκού κοινωνικού σινεμά. Οι Νεαρές Μητέρες απέσπασαν το Βραβείο Σεναρίου στο φετινό Φεστιβάλ Καννών, επιβεβαιώνοντας ότι ακόμα και στους σκληρούς δρόμους μιας ανώνυμης ευρωπαϊκής πόλης, η ελπίδα μπορεί να γεννηθεί μέσα από μικρές, αυθεντικές πράξεις αγάπης.
Η μουσικοθεατρική παράσταση σε κείμενα και σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια, «Μάλιστα κύριε Ζαμπέτα», που παίζεται στο θέατρο Άλσος,παρακολουθεί την προσωπική ζωή του μεγάλου συνθέτη από τα πρώτα του βήματα ως παιδί τη δεκαετία του 1920 μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1992. Υπήρξε μια αυθεντική προσωπικότητα που αγαπήθηκε όσο λίγοι δημιουργοί από τους Έλληνες τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι επιτυχίες του τον ταξίδεψαν σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της εποχής του.
Με πληροφορίες κυρίως από το βιογραφικό βιβλίο της Κατερίνας Ζαμπέτα, «Γιώργος Ζαμπέτας - Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω», και μερικά από τα πιο αγαπημένα και δημοφιλή του τραγούδια, επιχειρεί ένα ολοκληρωμένο αφιέρωμα τόσο στον ίδιο ως προσωπικότητα όσο και στο έργο του ως συνθέτη ανεπανάληπτων και αγαπημένων τραγουδιών.
Στην παράσταση έχουν ενταχθεί ηχητικά ντοκουμέντα από συνεντεύξεις του ίδιου του συνθέτη και προβάλλονται αποσπάσματα από ελληνικές ταινίες που έντυσε με τη μουσική του. Πρωταγωνιστούν οι Βίκυ Σταυροπούλου, Κώστας Κόκλας, Γιάννης Τσιμιτσέλης,Δανάη Μπάρκα,Λευτέρης Ελευθερίου,Ελένη Καρακάσηκαι Χριστίνα Τσάφου.
O Λουκέντιος φθάνει στην Πάντοβα για να σπουδάσει, αλλά ερωτεύεται την Μπιάνκα, τη μικρότερη κόρη του ευγενή Μπατίστα, ο οποίος δεν θέλει να την παντρέψει πριν παντρευτεί η μεγάλη του κόρη, Κατερίνα. Παρά το γεγονός ότι η προίκα της Κατερίνας ως πρωτότοκης είναι μεγαλύτερη από της Μπιάνκα, κανείς δεν θέλει να την παντρευτεί επειδή είναι στρίγγλα!
Στην Πάντοβα καταφθάνει από τη Βερόνα και ο Πετρούκιος, που μετά τον θάνατο του πατέρα του, γυρίζει τον κόσμο και ψάχνει να παντρευτεί μια κοπέλα με μεγάλη προίκα. Επισκέπτεται τον φίλο του, τον Ορτένσιο, ο οποίος είναι ένας από αυτούς που διεκδικούν την Μπιάνκα, και τον ρωτά αν ξέρει πού μπορεί να βρει μια τέτοια νύφη. Ο Ορτένσιος τον ενημερώνει για την Κατερίνα, τη μεγάλη της προίκα αλλά και για τους λόγους που κανένας δεν τη θέλει. Ο Πετρούκιος ζητάει από τον Μπατίστα το χέρι της Κατερίνας κι εκείνος δέχεται. Πριν από το γλέντι του γάμου, προφασίζεται μια δουλειά και εξαφανίζεται για μέρες. Όταν επιστρέφει, αναγκάζει την Κατερίνα να φύγουν για τη Βερόνα. Εν τω μεταξύ, ο Ορτένσιος παρουσιάζεται στον Μπατίστα ως δάσκαλος της Μπιάνκα, προκειμένου να την πολιορκήσει ερωτικά. Το ίδιο κάνει και ο Λουκέντιος, ενώ παρουσιάζει τον Τράνιο ως Λουκέντιο, βάζοντάς τον να ζητήσει, ως Λουκέντιος πάντα, την Μπιάνκα από τον πατέρα της. Ο Μπατίστα δέχεται.
Τελικά ο πραγματικός Λουκέντιος κερδίζει την καρδιά της Μπιάνκα και ο Ορτένσιος παντρεύεται μια πλούσια χήρα. Στο μεταξύ ο Πετρούκιος υποβάλλει την Κατερίνα σε διάφορα μαρτύρια μέχρι να του υποταχθεί πλήρως.
Το εμβληματικό βιβλίο της γαλλικής λογοτεχνίας, για πολλούς το αριστούργημα του αιρετικού Ζαν Ζενέ, που γράφτηκε το 1945 και έκανε την πρώτη του έκδοση το 1947, έγινε ευρύτερα γνωστό χάρη στην ταινία του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, «Querelle», και ταξιδεύει τον αναγνώστη στο λιμάνι της Βρέστης, σε έναν κόσμο σκληρό και βίαιο.
Τα πρόσωπα: ο ναύτης Καβγατζής, ο αδελφός του ο Ρομπέρ, ο νεαρός Ζιλ Τιρκό, η μαντάμ Λιζιάν, πατρόνα του μπορντέλου Λα Φέρια, ο πατρόνος Νόνο, ο αστυνόμος Μαριό, ο υποπλοίαρχος Σεμπλόν. Φιγούρες ερωτικές, σαγηνευτικές, σκοτεινές, μεθυστικές, ηδονικές, μοιραίες οι οποίες ξεπηδούν μέσα από το σκοτάδι και την ομίχλη που σκεπάζει το λιμάνι και τα σοκάκια της Βρέστης. Εκεί όπου ο έρωτας συνομιλεί με τον θάνατο.
From the publisher's feed

18 Listeners

64 Listeners

17 Listeners

3 Listeners

2 Listeners

1 Listeners

2 Listeners

1 Listeners