
Sign up to save your podcasts
Or


Τι έχει να πει σήμερα η τηλεοπτική σειρά «Αυτή η νύχτα μένει»; Έχει σημασία μια πιστή αναπαράσταση της δεκαετίας του '80 και της ζωής στα σκυλάδικα της επαρχίας; Πού συνδέεται το σενάριο της τηλεοπτικής σειράς με το βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή;
Η τηλεοπτική σειρά: Αγρίνιο 1984. Όταν ο Χρήστος (Γιάννης Στάνκογλου), ο αυτοδημιούργητος δήμαρχος της πόλης και ανερχόμενος πολιτικός, μαθαίνει ότι ο Στρατής (Βασίλης Μπισμπίκης), ο ντόμπρος και ασυμβίβαστος ιδιοκτήτης του λαϊκού κέντρου «Όνειρο», υπήρξε για είκοσι ολάκερα χρόνια ο κρυφός έρωτας της γυναίκας του που πέθανε πρόσφατα, το μαγαζί του Στρατή και ολόκληρος ο κόσμος του αρχίζουν να δέχονται έναν ανελέητο πόλεμο από παντού. Το σενάριο υπογράφουν η Ιωάννα Κανελλοπούλου και ο Γιώργος Μακρής ενώ η σκηνοθεσία είναι από την Κατερίνα Φιλιώτου.
Το βιβλίο: Άντρες σφάζονται με σουγιά, περιουσίες εξανεμίζονται, μαγαζιά καίγονται, αρραβώνες, γάμοι και φιλίες διαλύονται για το κορμί μιας τραγουδίστριας. Τραγουδίστριες χαρακώνουν πελάτες στο πρόσωπο για να υπερασπιστούν την τιμή τους ή έναν έρωτα τους, ζωές σπαταλιούνται και πετιούνται στα σκουπίδια της νύχτας και της μέρας. Όνειρο ή εφιάλτης, η εποποιία της ελληνικής επαρχίας του ’80 μέσα από ένα οδοιπορικό και τις καταγραφές ενός ανθρώπου που τα έζησε, βγάζοντας το ψωμί του μέσα σε αυτά τα μαγαζιά για μια δεκαετία. Μια ολόκληρη εποχή που είναι αδύνατο να αναπαραχθεί στην οθόνη, είτε γιατί εκείνη η Ελλάδα ανήκει οριστικά και αμετάκλητα στο παρελθόν είτε γιατί οι άνθρωποι έχουν μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο.
Κωνσταντίνος Παρθένης (1878-1967) υπήρξε από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της νεοελληνικής τέχνης. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια στα τέλη του 19ου αιώνα, γόνος ευκατάστατης οικογένειας της ομογένειας, έζησε και σπούδασε στη Βιέννη και στο Παρίσι μέχρι να εγκατασταθεί στην Κέρκυρα αρχικά κι αργότερα στην Αθήνα.
Όπως έγραψε στο σημείωμά της η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, η οποία επιμελήθηκε την έκθεση λίγο πριν φύγει από τη ζωή: «Η ζωγραφική του Παρθένη βρίσκεται σε διαρκή δημιουργικό διάλογο, πάντα με προσωπικό ύφος, με τα εικαστικά ρεύματα του μοντερνισμού, ενώ οι εικονογραφικές αναφορές στην αρχαιότητα και στη βυζαντινή τέχνη διαμορφώνουν ένα προσωπικό ζωγραφικό ιδίωμα, που εξελίσσεται σταθερά μέχρι το τέλος της ζωής του μέσα από μια πληθώρα έργων.
Ο ζωγράφος ήταν από τους πρώτους καλλιτέχνες που επέβαλε τις ρηξικέλευθες για την εποχή του απόψεις για τον μοντερνισμό και έκανε πράξη την πεποίθησή του ότι ο καλλιτέχνης οφείλει να έχει την αναγνώριση και την υποστήριξη του κράτους. Με τον διορισμό του στη Σχολή Καλών Τεχνών άλλαξε τον τρόπο διδασκαλίας της τέχνης και δίδαξε μία νέα ηθική για την καλλιτεχνική εκπαίδευση».
Πόσο πετυχημένο είναι το στοίχημα της Μιμής Ντενίση και της υπερπαραγωγής «Σμύρνη μου αγαπημένη»; Βοηθάει η σεναριακή προσέγγιση ώστε να διαβάσουμε με νέα ματιά την Ιστορία και να ερμηνεύσουμε τα τεράστια λάθη των προγόνων μας;
H ταινία «Σμύρνη μου αγαπημένη» που προβάλλεται ως μίνι τηλεοπτική σειρά και βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό έργο της Μιμής Ντενίση ξεκινάει σε μια παραλία της Λέσβου σήμερα, όπου μία ηλικιωμένη Ελληνοαμερικανίδα, η Φιλιώ, έχει καταφθάσει από την Νέα Υόρκη μαζί με την εγγονή της ώστε να συμπαρασταθεί στους Σύριους πρόσφυγες.
Σύντομα αποκαλύπτει ότι η Σμυρνιά γιαγιά της Φιλιώ Μπαλτατζή βρέθηκε κάποτε στο ίδιο νησί και στην ίδια θέση, κατατρεγμένη πρόσφυγας. Και ένα τετράδιο συνταγών που βρίσκεται στα χέρια της φιλεύσπλαχνης γυναίκας κι ανήκε κάποτε στη συνονόματη γιαγιά της γίνεται αφορμή να ξετυλιχτεί η ιστορία της εύπορης οικογένειας Μπαλτατζή, με φόντο την κοσμοπολίτικη Σμύρνη των αρχών του 20ου αι. αλλά και τις τραγικές διεθνείς εξελίξεις που καθόρισαν τη μοίρα του σύγχρονου ελληνισμού.
Μια μεγάλη αφήγηση και ένα επικών διαστάσεων κινηματογραφικό επίτευγμα που δεν έχει ξαναγίνει στο ελληνικό κινηματογράφο για να τιμήσει τη μνήμη όσων χάθηκαν και μιας πολιτείας που ανήκει μόνο στη συλλογική μας μνήμη. Τα τεκμήρια του υλικού πολιτισμού πιστοποιούν ένα μεγαλειώδες παρελθόν που έχει ταφεί κάτω από τη σκόνη της Ιστορίας.
Πρωταγωνιστούν οι: Μιμή Ντενίση, Λεωνίδας Κακούρης, Burak Hakki, Κρατερός Κατσούλης, Ταμίλλα Κουλίεβα, Κατερίνα Γερονικολού, Αναστασία Παντούση, Γιάννης Εγγλέζος, Ντίνα Μιχαηλίδου, Özdemir Çiftçioglu, Γιάννης Βογιατζής, Χρήστος Στέργιογλου, Δάφνη Αλεξάντερ κ.α. Η σκηνοθεσία είναι του Γρηγόρη Καραντινάκη. Η μίνι σειρά προβάλλεται στον ANT1.
Γιατί η ταινία «Αθήνα» του Ρομέν Γαβρά έχει προκαλέσει τόσες αντιδράσεις; Πόσο διαφέρει μια πολιτική ταινία σήμερα από κάποια του παρελθόντος;
Ένας δεκατριάχρονος Αλγερινός, ο Ιντίρ, δολοφονείται από τρεις άντρες, πιθανόν αστυνομικούς, και το βίντεο της δολοφονίας διαρρέει στο διαδίκτυο όπου γίνεται viral. Ο μεγαλύτερος του αδελφός Αμπντέλ ανακοινώνει σε συνέντευξη Τύπου έξω από αστυνομικό τμήμα και μπροστά σε συγκεντρωμένο πλήθος την έρευνα που ξεκινάνε οι αρχές για να εντοπιστούν οι δράστες. Ανάμεσα στο πλήθος που παρακολουθεί τη δήλωση βρίσκεται και ο μικρότερος αδελφός Καρίμ, ο οποίος ανάβει μια μολότοφ και την εκσφενδονίζει προς την είσοδο του κτιρίου.
Ακολουθεί πανικός, χάος και μια εισβολή εξοργισμένων νεαρών Αράβων στο τμήμα το οποίο καταστρέφουν και λεηλατούν. Συγχρόνως αρπάζουν ένα αστυνομικό όχημα και ανοίγονται σε μια λεωφόρο που οδηγεί στα προάστια του Παρισιού. Η ιλιγγιώδης καταδίωξη από τους μπάτσους καταλήγει σε προάστιο, έναν συνοικισμό με το όνομα «Αθηνά» σαν οχυρωμένο κάστρο επανδρωμένο από μετανάστες αφρικανικής και αραβικής καταγωγής.
Οι εξεγερμένοι νεαροί με αρχηγό τον Καρίμ καίνε και καταστρέφουν τα πάντα, απαιτώντας από την αστυνομία να τους παραδώσει τους υπαίτιους της δολοφονίας του Ιντίρ. Απάγουν και έναν αστυνομικό και απειλούν να τον εκτελέσουν, αν δεν ικανοποιηθεί το αίτημά τους. Καταφθάνει ο Αμπντέλ ο οποίος προσπαθεί να ηρεμήσει τον αδελφό του και να χαλιναγωγήσει τους εξεγερμένους άντρες, αλλά εντέλει η κατάσταση παρεκτρέπεται σε ένα εκρηκτικό φινάλε, προκαλώντας εμφύλιο στη χώρα.
Σημαντική σημείωση: Παρακαλούμε όσοι δεν έχουν παρακολουθήσει την ταινία να είναι προετοιμασμένοι εφόσον επιλέξουν να ακούσουν τη συζήτηση για αποκαλύψεις σχετικά με την πλοκή.
Νιώθει περισσότερο Αλβανός ή περισσότερο Έλληνας κάποιος που δεν τον συνδέει τίποτα με την πατρίδα των γονιών του; Ποιες καταστάσεις οδηγούν νέους ανθρώπους σε εθνικιστικό παραλήρημα και τι γεννάει τη βία μεταξύ ομοεθνών σε μία μειονότητα;
Εμπνευσμένη από πραγματικό γεγονός και βραβευμένη στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας με τα βραβεία Κοινού, της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου και της Ένωσης Ελλήνων Τεχνικών Κινηματογράφου και Τηλεόρασης, η ταινία μικρού μήκους «Pendulus» του Δημήτρη Γότση, σε σενάριο του Κώστα Γεραμπίνη, θίγει το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας των Αλβανών δεύτερης γενιάς και της εθνικιστικής βίας.
Ένας νεαρός άντρας αλβανικής καταγωγής που ζει σε μια συνοικία της Αθήνας, ο Άρμπι, νιώθει διχασμένος μεταξύ της εθνικής ταυτότητας των γονιών του, οι οποίοι είναι φορείς μιας παράδοσης που του είναι ξένη, και της ελληνικής πραγματικότητας που τον έχει στιγματισμένο καθώς η ταυτότητά του προδίδει την προέλευση του. Σε μια νυχτερινή του έξοδο, ενώ παρακολουθεί έναν ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ Σερβίας και Αλβανίας, συγκρούεται με ομοεθνείς του θέτοντας τον εαυτό του σε θανάσιμο κίνδυνο ενός ιδιότυπου εσωτερικού ρατσισμού και ενός βίαιου εθνικισμού.
Η ταινία «Pendulus» του Δημήτρη Γότση θα προβληθεί στις Νύχτες Πρεμιέρας κι αμέσως μετά στην πλατφόρμα Εrtflix.
Τι πραγματεύονται οι «Νύχτες πανούκλας» του Ορχάν Παμούκ που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκης σε μετάφραση Στέλλας Βρετού; Ποιες ομοιότητες συναντάει ο αναγνώστης στις περιγραφές θανάτου και καραντίνας του βιβλίου με όσα ζήσαμε τα τελευταία δύο χρόνια με την παγκόσμια κρίση του κορωνοϊού; Γιατί μέρος της τουρκικής κοινωνίας αντιδρά με όσα συμπεριλαμβάνει ο νομπελίστας συγγραφέας της χώρας;
Σε ένα φανταστικό νησί ανοιχτά της Κρήτης, το Μίνγκερ, ξεσπάει το 1901 επιδημία πανούκλας. Ο σουλτάνος Αμπντουλχαμίτ Β’ στέλνει τον αρχιεπιθεωρητή υγείας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Μπονκόφσκι πασά να αναχαιτίσει τη διάδοσή της, αλλά αυτός σύντομα δολοφονείται. Τότε στέλνει στη θέση του τον νεαρό γιατρό Νουρί, τον οποίο συνοδεύει η σύζυγος του γιατρού, σουλτάνα Πακιζέ, ανιψιά του σουλτάνου. Τους συνοδεύει τελώντας χρέη σωματοφύλακα ο λοχαγός Κιαμίλ.
Το πλούσιο νησί, το οποίο κατοικείται από ευκατάστατους Ρωμιούς εμπόρους και λιγότερο εύπορους, αλλά κυρίως αμόρφωτους μουσουλμάνους, έρχεται σε αντιπαράθεση με την τοπική διοίκηση. Η άρνηση του λαού να ακολουθήσει τις οδηγίες των επιστημόνων προκαλεί εκρηκτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ όλων. Ο σουλτάνος αποφασίζει τον ναυτικό αποκλεισμό του Μίνγκερ και οι ντόπιοι αποφασίζουν να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους διεκδικώντας την ανεξαρτησία τους.
Το συναρπαστικό ανάγνωσμα με τις αλληγορίες και τις πολλές ιστορικές παραμέτρους, κράμα φανταστικού και ιστορικού μυθιστορήματος, οδήγησε μερίδα της τουρκικής κοινωνίας να το απορρίψει. Κάποιοι μάλιστα άσκησαν δίωξη στον συγγραφέα με την κατηγορία της προσβολής του Κεμάλ Ατατούρκ και της τουρκικής σημαίας.
Τι προσπαθεί να ανιχνεύσει η ταινία «Επίσημη Συμμετοχή» των Μαριάνο Κον και Γκαστόν Ντιπράτ; Μπορούμε να διαχωρίσουμε τις περσόνες της Πενέλοπε Κρουζ και του Αντόνιο Μπαντέρας από τους ρόλους με τους οποίους τους έχουμε ταυτίσει;
Όταν ο ογδοντάχρονοςδισεκατομμυριούχος Ουμπέρτο Σουάρεθ αποφασίζει να χρηματοδοτήσει ένα έργο ζωής μεγάλου κύρους για να τον θυμούνται, μεταξύ μιας γέφυρας και μιας ταινίας, επιλέγει το τελευταίο. Θέλει όμως να είναι κάτι που θα μείνει στην ιστορία ως ένα αριστούργημα με τους καλύτερους συντελεστές.
Οι συνεργάτες του προτείνουν ένα βιβλίο που έχει κερδίσει βραβείο Νόμπελ και την κορυφαία σκηνοθέτρια Λόλα Κουέβας (Πενέλοπε Κρουζ), για να το μεταφέρει στην οθόνη. Εκείνη με τη σειρά της προτείνει δύο πρωταγωνιστές εκ των οποίων ο ένας είναι ο διεθνής σταρ Φέλιξ Ριβέρο (Αντόνιο Μπαντέρας ) και ο άλλος ο σπουδαίος θεατρικός ηθοποιός Ιβάν Τόρες (Όσκαρ Μαρτίνεζ).
Η Λόλα ξεκινάει πρόβα εννέα ημερών κατά την οποία με τις απαιτήσεις της προκαλεί τον εγωκεντρισμό των δύο ανταγωνιστών ηθοποιών δημιουργώντας αγεφύρωτη ρήξη μεταξύ τους. Θα μπορέσει να γυριστεί ποτέ η ταινία που βασίζεται στην ιστορία δύο αδελφών που επίσης μισούνται θανάσιμα, και κάτω υπό ποιες συνθήκες;
Τι κάνει την όπερα «Τόσκα» του Τζάκομο Πουτσίνι να παραμένει δημοφιλής περισσότερο από έναν αιώνα μετά την πρώτη της παρουσίαση; Είναι εντέλει οι Έλληνες εξοικειωμένοι με την όπερα; Τι είδους κοινό συρρέει στο Ηρώδειο στις καλοκαιρινές παραστάσεις της Λυρικής Σκηνής;
Στην τρίπρακτη όπερα «Τόσκα», η οποία βασίζεται σε ποιητικό κείμενο των Τζουζέπε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλικα, εμπνευσμένο από θεατρικό έργο του Βικτοριέν Σαρντού, ο ζωγράφος και επαναστάτης Μάριο Καβαραντόσι, εραστής της τραγουδίστριας της όπερας Φλόρια Τόσκα, συλλαμβάνεται εξαιτίας των πολιτικών φρονημάτων του από τον βαρόνο Σκάρπια, αρχηγό της αστυνομίας.
Ο τελευταίος, προτίθεται να ελευθερώσει τον Καβαραντόσι με αντάλλαγμα μια ερωτική συνεύρεση με την Τόσκα. Εκείνη υποκύπτει στον εκβιασμό, αλλά σκοτώνει τον Σκάρπια όταν την πλησιάζει. Καταδιωκόμενη από την αστυνομία, αυτοκτονεί πέφτοντας από τις επάλξεις του φρουρίου των φυλακών όπου λίγο νωρίτερα έχει εκτελεστεί ο Καβαραντόσι.
Η μεγαλειώδης και τρομερά δημοφιλής όπερα του 1900, σκηνοθετημένη από τον Ούγκο ντε Άνα και σε μουσική διεύθυνση Φιλίπ Ογκέν, επέστρεψε στο Ηρώδειο για να ολοκληρώσει το Φεστιβάλ Αθηνών. Στην πρεμιέρα της 28ης Ιουλίου συμμετείχαν η Κριστίνε Οπολάις στον ομώνυμο ρόλο της Τόσκα, ο Ραμόν Βάργκας ως Μάριο Καβαραντόσι και ο Δημήτρης Πλατανιάς ως Σκάρπια.
From the publisher's feed

18 Listeners

64 Listeners

17 Listeners

3 Listeners

2 Listeners

1 Listeners

2 Listeners

1 Listeners