
Sign up to save your podcasts
Or


Όταν ο Στυλιανός Καρακάσης μιλάει, όταν ο Στυλιανός Καρακάσης προτείνει, όταν ο Στυλιανός Καρακάσης χτυπάει την γροθιά στο τραπέζι , εκτοξεύοντας τα Πουφουλέτι στον βαρύ απο τέχνη αέρα του υπογείου, καμία άλλη κουβέντα δεν χωράει. Οπότε Φέηταλ Τιβιέσιο; ΦΕΗΤΑΛ ΤΙΒΙΕΣΙΟ θα δούμε και σε στάση προσοχής μάλιστα. ΤΕΛΟΣ.
Το στόρι ενός μαχητικού, παρεξηγημένου και ελαφρώς ευέξαπτου χωριατο-καρατέκα, ο οποίος επιστρέφει στο όχι και τόσο φιλόξενο κατσικοχώρι του για να μάθει ποιος έφαγε μπαμπέσικα τον πατέρα του, τον Γιώργο Σφέτα της Ιρλανδίας.
Δεν είναι όμως μονάχος. Μαζί του, μια ξανθιά μπαρόβια (περίπου) και ένας μάγος με εμφανώς κατουρημένη ποδιά, που θα τον οδηγήσουν στο Ιρλανδικό Κουμιτέ, ένα σταβλο-ταβερνοξυλικο τουρνουά όπου όλα επιτρέπονται και τίποτα δεν είναι οφ λίμιτς, εκτός αν θες κανονικό φωτισμό, οπότε ναι, είναι οφ λίμιτς, με το ζόρι πήραμε 20 μπαταρίες απο το περίπτερο για τις κάμερες. Οκ, την ΜΙΑ κάμερα.
Κάποιοι γελοίοι μίλησαν για τη χειρότερη ταινία όλων των εποχών. Όχι όμως ο Στυλιανός Καρακάσης ο οποίος έβαλε τα στήθια του μπροστά και είπε περήφανα "ως εδω. το ρηντεμψιο σονγκ της σπουδαιότερης ξυλοφορτόγκας που έχει γίνει με ένα καφάσι Γκίνες ξεκινάει ΕΔΩ. Απο την Αγία Ζώνη".
Ηντζόη.
Επιδόρπιο στο μίνι nazisploitation γεύμα μας, το οποίο μπορεί να έκατσε κάπως άβολα βαρύ, αλλά διάολε το Film Pit θα ήμασταν αν δεν κάναμε και μια εκδρομή προς τα εκεί;
Σε κάθε περίφτωση, ολοκληρώνομε την φασούλα με το Πλακ Κεστάπο, ένα φανκάτο πάντρεμα nazisploitation και blaxpoloitation και σίγουρα ένα απο τα πλέον περίεργα προιόντα (ως συνδυασμός πάντα) που μας έδωσε το exploitation είδος γενικότερα.
Τι συβαίνει; Ευκολάκι. Τοπικό μιλίσια τρώει μάπα-τάπα απο την μαφία και αποφασίζει να πατήσει γκάζι δυναμισμού, μήπως και αλλάξει η παρτίδα. Η παρτίδα αλλάζει ασφαλώς, αλλά όχι χωρίς την μετάλλαξη του μιλίσια σε φουλ-ον φασιστογκρούπιον, complete with all sorts of nazi merch.
Ξύλο που θυμίζει συγκρούσεις Σουγκλάκου-Πεφάνη, λευκοί μαφιόζοι που δεν πείθουν ούτε εγκεφαλικά νεκρό και μια ακόμα χασαπιά τσούνας σε ένα τρομακτικά στενόκωλο μπάνιο, συνθέτουν μια εξαιρετική συλλογή στοιχείων, που με την εμμονή του σκηνοθέτη Lee Frost στο γυμνό καταλήγουν σε μια ταινία που ό,τι της λείπει σε τεχνική το συμπληρώνει σε μια γενική αίσθηση όχι-εντάξει-καλό-είναι-αλήθεια.
Το να ξεχωρίζεις σε ένα είδος εκ της συμβάσεως αλαφρώς προβληματικό είναι ένα παράσημο. Πόσο μάλλον όταν ξεχωρίζεις για όλους τους λάθο λόγοι. ΤΟΥΣ ΛΑΘΟ ΛΟΓΟΙ ΝΑΙ.
Σενάριο έχουμε; Νταξ, περίπου.
Για να μην χάνουμε την ουσία, στην καρδιά της εν λόγω ταινίας του 95χρονου σήμερις Σέρτζιο Γκαρόνε, είναι οι παθιασμένες προσπάθειες ενός Ναζισκανού αξιωματικού και γενικού διατάζω-και-σας-λέγω του στρατοπέδου να ξαναβρεί τα μπαλάκια του. Αφού όμως δεν τα βρίσκει γιατί του τα έχει φάει ο πόλεμος (πιο κυριολεκτικά απο όσο φανδάζεστε), ψάχνει κανένα άλλο Γερμανοφάνταρο ο οποίος να θέλει να δώκει τα μπαλάκια του. Ακόμα και να μην θέλει δηλαδή, ο Ναζισκανός είναι οκ, ξέρει έναν Εβραίο γιατρό.
Με μεγάλη προσοχή και ζυγίζοντας τις λέξεις του, το υπόγειο της Κυψέλης μπαίνει φορώντας στολή βιοχημικού πολέμου στα βαθιά, βρώμικα νερά του nazi-sploitation.
Πάλι καλά που μας κρατάει το χέρι η αγέρωχη μορφή της Νταγιάν Θορν, o ορισμός της ολντ σκουλ, μπομπάστικ κινηματογραφικής γυναίκας, που συνέδεσε ολάκερη την καριέρα της με τον θρυλικό πλέον ρόλο της Ίλσα, της άκαρδης και σεξουαλικά διψασμένης ΛΥΚΑΙΝΑΣ ΤΩΝ SS.
Η Ίλσα και οι αδερφές Μπρόγιερ είναι υπεύθυνες του στρατοπέδου Τάδε, εκεί όπου οδηγούνται καραβιές γυναικών ώστε να αποτελέσουν πειραματόζωα στα (η αλήθεια είναι) κάπως άχρηστα και τύπου "αυτό τώρα γιατί ακριβώς δεν κατάλαβα, ποιος θέλει να μπει σε καυτή μπανιέρα ξέρω γω, όχι εντάξει κάντε δουλειά σας, απλά δεν το πιάνω, καλά εγώ με το ζόρι έβγαλα το λύκειο οκ" ιατρικοδοκιμαστικά τεστ των ναζί.
Ανάμεσα στα βάσανα, τα κετσαπικά αίματα και τον πόνο, οι γυναίκες του στρατοπέδου οργανώνουν μια παράτολμη απόδραση, την ίδια στιγμή που το μάτι του σκηνοθέτη-ιδιοκτήτη μπάρ κονσομασιόν Ντον Εντμοντς μένει κολλημένο πάνω στα μπούστα και τις απόκρυφες περιοχές τους.
Σίγουρα όχι η πρώτη, αλλά χωρίς αμφιβολία η πιο επιδραστική ταινία του είδους, το Ιλσα, η Λύκαινα των SS δεν κερδίζει κάποιο παράσημο τέχνης (ΠΟΙΟΣ ΝΑ ΤΟ ΕΛΕΓΕ), αλλά έχει τις στιγμές της και τι συζητάμε τώρα, έχει την Νταγιάν Θορν που απο μόνο του αρκεί. Δείτε την, θαυμάστε την και σκεφτείτε ότι μπορούσε και να σας είχε παντρέψει.
O κορφαίος των κορφαίων, ο σπουδαιότερος Ρεμπ απο όλους τους Ρεμπ και με διαφορά ο μεγαλύτερος Μπράουν σε αξία, επισκέπτεται για δεύτερη φορά το υπόγειο της Κυψέλης, αυτήν την φορά φορώντας ακόμα λιγότερα ρούχα.
Οπλισμένος με ένα γούνινο βρακί, ένα ρόπαλο και μια μνημειώδη ικανότητα να τα γράφει όλα στα παπάρια του, ανεξαρτήτου κατάστασης, ο καλος μας Ρεμπ μεταμορφώνεται σε Γιορ και πάει για σκληρή πεζοπορία στην Τουρκία με σκοπό να ανακαλύψει τις ρίζες του.
Παραδόξως για ξεβράκωτο βιαστή δεινοσαύρων, η σκούφια του είναι οριακά βασιλική, μιας και οι γονείς του ήσαντο μέλη μιας πολύ σένιας φουτουριστικής φυλής, αλλά αυτός δεν καίγεται και τόσο γενικά, αρκεί να πιάνει και κανένα κώλο. Α ναι, σπόηλερ αλέρτ.
Στο πλευρό του, ο μακαρίτης Νίκος Κακαουνάκης και μια ξαδέρφη του Σάββα Κωφίδη, η οποία έχει ξεκάθαρα anger management issues, αλλά μετά βλέπεις ποιον γουστάρει και λες "ναι οκ, τα έχει τα δίκια της, ο τύπος είναι πολύ μαλάκας αδερφάκι μου".
Θα τα καταφέρει ο Γιορ να πει παραπάνω απο δύο ατάκες με την κανονική του φωνή; Είναι η ρόμπα του Όβερλορντ πιο σένια απο τις πυγμαχικές ρόμπες των ταινιών Ρόκι; Και τελικά γιατί τρώνε ψόφιες τσιπούρες; Αυτά και άλλα πολλά στο νέο μας πόδκαστ.
ΝΤΟΝΤ ΜΙΣ ΙΤ.
H νεαρή Σάρα αποχαιρετά ΠΟΛΥ ΒΙΑΣΤΙΚΑ την υπηρέτριά της και πάει να ξεφύγει με τους γονείς της, απο τους απαίσιους επαναστάτες που δεν γουστάρουν καθόλου αμερικάνους. Πριν προλάβει όμως να πει "μάνα, γενικά δεν μιλάς πολύ ε;", οι επαναστάτες την αφήνουν ορφανή και τηνε παίρνουν αιχμάλωτη γιατί είναι ξανθιά και πλουσία. Και επειδή τηνε γουστάρει ο Σάντσεζ, ο αρχηγός των.
Απο εκεί και πέρα όλα πάνε λίγο στη τρεχάλα, γιατί είναι και ένας πρασινοσκούφης Αμερικάνος που έχει ξεμείνει που του τρώνε την γυναίκα και ένα εκκλησάκι Σαολίν που νοικιάζει Σαολίν με το κιλό και ένας νάνος που αράζει με κάτι ανήλικα και κάτι τηνέητζερς σε ένα φερυ μποτ.
Γενικά συμβαίνουν πολλά ταυτοχρόνως, επειδή το σενάριο (ΠΩΣ ΤΟ ΕΙΠΕΣ ΑΥΤΟ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΕ;) προσπαθεί να παίξει μπάλα σε πολλά ταμπλό, αλλά τελικά παίρνει γραμμη ότι δεν ξέρει απο ταμπλό και το ρίχνει σε ένα σοουντάουν με έρμπαν γουόρφεαρ του δίευρου, επειδή γενικά when in doubt, blow shit up.
H Σάρα μας πάντως αποδεικνύεται πολύ σκλερό καρύδι που ΚΑΙ δεν ξεχνάει ΚΑΙ τιμωρεί ΚΑΙ παίζει τις πιο άβολες πολεμικές τέχνες μετά απο εκείνονα τον λουκουμά που έβαναν τα Μάρβελ Στούδιος να παίξει τον Άηρον Φιστ. Αυτό απο μόνο του αρκεί να δεις το Σάβατς Τσάστις. Και να παραδεχτείς ότι εκεί στις Φιλιππίνες ό,τι δεν ηξεραν απο κινηματογραφικά σκιλζ, το κάλυπταν με εκρηκτικά και νάνους.
Πρωτοξάδερφος του Αλμπέρτο Εσκενάζυ (απο την όχι τόσο γοητευτική μεριά της οικογένειας) δηλώνει βετεράνος του πολέμου του Βιετνάμ και με τον πόλεμο να έχει βαρέσει λήξη, διαμένει σε κοινόβιο θεματικό πάρκο στην ΤΑΥΛΑΝΔΗ με την γυναίκα του και την φαμίλια της και πηγαίνει ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ στο ΒΙΕΤΝΑΜ για να σώσει ομήρους. ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ.
Το γιατί υπάρχουν χόστατζες σε βιετναμέζικα στρατόπεδα αφού ο πόλεμος έχει τελειώσει δεν γίνεται ποτέ ξεκάθαρο, άλλα έτσι ανεξήγητα ξηγιούνται τα βρωμερά κομμούνια. Μαζί με τα βρωμερά ντόπια κομμούνια ΠΡΟΦΑΝΩΣ παίζουν μπάλα και τα βρωμερά αλλοδαπά κομμούνια απο την Ρωσία, γιατί ΙΤ ΜΕΗΚΣ ΠΕΡΦΕΚΤ ΣΕΝΣ και όλοι μαζί έχουν βάνει στο μάτι τον ηρωικό Κομάντερ και τους δύο φίλους του, τον Ορέστη και τον Αντώνη, που δεν τους λένε έτσι, αλλά είναι όντως δύο.
Μέσα σε αυτό το υπέροχο κατσαρόλι ρίχνουμε ριγέ μπλούζες, αδικαιολόγητα πολλές εκρήξεις, ένα τεθωρακισμένο που δεν πρέπει να ανατιναχτεί, μια λίμνη ανακύκλωσης πτωμάτων (χρήσιμο), ένα πλεούμενο γεμάτο πολύτιμη σοβιετική τεχνολογία (περιέργως όχι τόσο χρήσιμο) και ένα όπλο που είναι έξι ή επτά όπλα, το οποίο όμως είναι απο τα ΙΚΕΑ, γιατί είναι λίγο μανίκι στην συναρμολόγηση.
Τι μα δώνει όλο αυτό; ΕΝΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΓΕΥΜΑ ΠΡΩΤΗΣ ΔΙΑΛΟΓΗΣ, ένα ζεστό πιάτο, γιομάτο γεύσεις, εντάσεις, λύπες, χαρές και γλυκες και ένα απο τα καλύτερα γκουρμέ αριστουργήματα που έχει προσφέρει ποτέ το υπόγειο της Κυψέλης.
ΦΑΤΕ ΝΑ ΣΚΑΣΕΤΕ.
Ζητάμε προκαταβολικά συγγνώμη, αλλά κάποιες ταινίες πρέπει να τις βλέπουμε ως απόδειξη ότι αντέχουμε στα χαστούκια της ζωής. Γιατί εδώ στο υπόγειο της Κυψέλης δεν προσφέρομε μόνο τέγνη, αλλά και εικαστικά πειράματα, καλλιτεχνικές ασκήσεις αν προτιμάτε.
Φέρτε στο μυαλό σας την Μαρίνα Αμπράμοβιτς και μετά φέρτε την στο μυαλό σας να πίνει μπύρες Μπάλτικα. Όχι, αυτό, εντάξει καλά είστε.
Στα της ταινίας, ο εκτός ορίων επιθεωρητής Καλχούν όταν δεν γεμίζει τον χρόνο του επισκεπτόμενος γραφικά ταβερνάκια και όμορφα κουτούκια της Νέας Υόρκης, προσπαθεί να πείσει τα μεγάλα κεφάλια της αστυνομίας της πόλης ότι οι βομβιστικές επιθέσεις που απειλούν να τινάξουν στον αγέρα όλο το Μανχάταν δεν είναι έργο Αράβων τρομοκρατών, αλλά ημίτρελων Ιταλιάνων συγγενών που κάνουν τηλεφωνικές φάρσες. Περίπου.
Στο πλευρό του (ειδικά στα ταβερνάκια) ο Λέζλι Νίλσεν που λέει "εντάξει λεφτά είναι, δεν μου είπαν να πατήσω και κουτάβια με την μπιούικ μου" και μια γιατρός του ΕΣΥ της Νέας Υόρκης που γενικά δεν πολυ-δουλεύει, αλλά στο νοσοκομείο την συμπαθούν.
Μια ταινία που δεν λυπάται το τσοντο-σαξόφωνο, αλλά σίγουρα λυπάται το μελάνι, καθώς το σενάριο σταματάει χοντρικά στο "μπάτσος-βομβιστές χι ημίχρονο, άσσο τελικό".
O υπερ-πατριωτικός, υπερ-ηρωικός, υπερ-στρατιωτικός Κάπτεν Αμέρικα(ν) κατεβαίνει στο υπόγειο της Αγίας Ζώνης ως το πρώτο μεγάλο κομικς-ικό κεφάλαιο της Μάρβελ Κόμικς που αποτυπώθηκε στο σινεμά.
Διότι ας είμαστε σοβαροί, ο Χάουαρντ Δε Ντακ είναι ο Χάουαρντ Δε Ντακ και ο Πάνισερ γίνηκε για να γίνουμε μάρτυρες της κωλοχαράδρας του Ντολφ Λούντγκρεν, που εδώ που τα λέμε είναι ένας αρκετά καλός λόγος δια να κάνεις μια ταινία.
Μπατ γουί νταηγκρές. Ο κούτσα-κούτσα-προς-την-δόξα Στηβ Ρότζερς λέει ΝΑΙ στο πείραμα Rebirth και γίνεται ο ατρόμητος Κάπτεν Αμέρικα, έτσι ώστε να τα βάλει με τον αρχι-κακό τον Ναζί Γιόχαν Σμιντ, Kόκκινο Κρανίο για τους φίλους.
Μόνο που επειδής στην ταινία μπλέκεται ο Menahem Golan, o μίστερ Κάνον Φιλμς ο ίδιος, το πράμα πάει λίγο στα βράχια. Ο Κάπτεν Αμέρικα απο ατρόμητος κυνηγός των Ναζί γίνεται λίγο μένουμε-πάντα-παιδιά και μόνο τον Δαλιανίδη δεν ζητάει για σκηνοθέτη, ο Μπάκι δεν υπάρχει μιας και την θέση του έχει πάρει μια αναπληρωματικιά μις Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Κόκκινος Κρανίος αφήνει στην άκρη τα γερμανικά του και γίνεται Ιταλιάνος τερματοφύλακας της Ουντινέζε με έφεση στο πιάνο.
Βάλτε στην συνταγή και μια συμμορία μοντέλων που όταν δεν κάνει καμπάνιες για τον Τσεκλένη ξηγιέται μπάουντι χάντινγκ που θα ζήλευε και ο Μπόμπα Φετ, μια ασπίδα φτιαγμένη απο φινετσάτο κόντρα πλακέ και μια σκηνή με πύραυλο όπου πρωταγωνιστής είναι ένα μποτοτάκουνο και αντιλαμβάνεστε ότι ως ταινία και ξεκινήσαμε για Χόλιγουντ αλλά τελικά πήγαμε για μπιφτέκια στην Χαλκίδα.
Θα μας πείτε βέβαια ότι αν πιάσει το μπιφέκι τι να το κάμεις το υπερατλαντιλίκι και ΝΑΙ, ΙΣΧΥΕΙ, αλλά πόση ζαβλακωμένη φάτσα γιού Σάλιντζερ να αντέξουμε κι εμείς;
Ταξιδέψτε μαζί μας σε μια μαγική εποχή, σε έναν τόπο ξεχασμένο απο τους σύγχρονους ήρωες ΜΕ ΤΑ ΠΟΛΥ ΣΟΒΑΡΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ.
Αναπνέστε (πείτε το κι εσείς, ΑΝΑΠΝΕΣΤΕ) τον αγέρα μια κινηματογραφικής περιόδου όπου όποιος οπερατέρ, σκηνοθέτης, ηθοποιός, καντινιέρης ή υδραυλικός φτερνιζόταν στο Χόλιγουντ, έβγανε σενάριο δύο προτάσεων για ταινία δράσης.
Ναι, φίλες και φίλοι, let us travel back to a simpler time. Εκεί όπου η χαίτη ήταν βασιλιάς, οι μηχανόβιοι δεν μασάγανε τα καλαμπαλίκια τους και ο αστυνομικός Τζο Χαφ, έκαμε τα κουμάντα και τις ιστορίες του στο όριο του νόμου. Παρέα με τον πιστό του ανθυπο-δράκο του Κόμοντο, τον Ηρακλή (δεν ονομάζεται στην ταινία, αλλά θαρρούμε πως του πάει), ο βαρύς, σιδερένιος, αλλά πάντα ατακάτος Τζο αναλαμβάνει να σώσει αρχικά έναν εισαγγελέα και στην πορεία μια μηχανόβια κοπελιά.
Και οι δύο πεθαίνουν, που είναι λίγο βαρβάτη μαλακία του Τζο, αλλά σιγά τις απώλειες εδώ που τα λέμε, ο Τζο και το στέρνο του να είναι καλά και όλα τα άλλα θα τα βρούμε. Σκληρές μανετιές, τσίτα τα γκάζια, πολύ πιστολίδι, μπουνιές που ακούγονται απο χιλιόμετρα και μηχανές που ρίχνουν ελικόπτερα, σε μια ταινία που μυρίζει ανδρική αμασχάλα, που όμως δεν φοβάται να προτείνει και leftfield επιλογές για το casual αλλά και formal ντύσιμό σας. Armani ain't got shit on Joe.
Υ.Γ. Ναι, τα τελευταία λεπτά αυτού του επεισοδίου χάθηκαν για πάντα, γιατί η ζωή είναι δύσκολη και τα κομπιούτερζ είναι βλαμμένα.
From the publisher's feed

5 Listeners

68 Listeners

9 Listeners

19 Listeners

11 Listeners

11 Listeners

4 Listeners

33 Listeners

16 Listeners

2 Listeners

2 Listeners

3 Listeners

2 Listeners

0 Listeners

0 Listeners